Έναρξη στερεών τροφών στα βρέφη

Αρχική / Άρθρα / Ευρωκλινική Παίδων / Έναρξη στερεών τροφών στα βρέφη

Έναρξη στερεών τροφών στα βρέφη και πιθανές επιπτώσεις στην υγεία τους

Η εισαγωγή των στερεών τροφών αποτελεί αναμφίβολα «δημοφιλές» αλλά και ταυτόχρονα αμφιλεγόμενο θέμα στην ιατρική βιβλιογραφία. Διαχρονικά υπάρχουν αλλαγές στις συστάσεις. Διαφορετικές διαδικασίες απογαλακτισμού βασισμένες σε επιστημονικά δεδομένα, αλλά και διαφορετικές πολιτισμικές και πληθυσμιακές συνήθειες καθορίζουν την εφαρμοζόμενη πρακτική ανά χώρα.

Οι συχνές αλλαγές συστάσεων στη διατροφή τα τελευταία 50 χρόνια, αντικατοπτρίζουν την προσπάθεια αποφυγής χρόνιων νοσημάτων όπως των αλλεργικών παθήσεων, του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, της κοιλιοκάκης και του μεταβολικού συνδρόμου, που μπορεί να συνδέονται και με την έναρξη των στερεών τροφών στα βρέφη. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) συστήνει αποκλειστικό μητρικό θηλασμό τους πρώτους 6 μήνες και τουλάχιστον μέχρι τα 2 έτη και έναρξη συμπληρωματικών τροφών μετά τον 6ο μήνα. Η Αμερικανική Παιδιατρική εταιρεία, η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕFSA), και η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Παιδιατρικής Γαστρεντερολογίας, Ηπατολογίας και Διατροφής (ESPGHAN) συστήνουν ότι ο αποκλειστικός μητρικός θηλασμός τους πρώτους 6 μήνες πρέπει να είναι ο «επιθυμητός στόχος», ενώ η εισαγωγή συμπληρωματικών τροφών μπορεί να γίνει μεταξύ 17ης και 26ης εβδομάδας και ενώ το βρέφος συνεχίζει να θηλάζει. Οι διαφορές αυτές στις συστάσεις προκύπτουν, κυρίως, από τις αντιθέσεις στον ορισμό του απογαλακτισμού αφού ο ΠΟΥ θεωρεί ως συμπληρωματική τροφή και το ξένο γάλα.

Εισαγωγή στερεών τροφών και αλλεργία
Προοδευτική αύξηση στη συχνότητα των αλλεργικών παθήσεων και ειδικότερα της τροφικής αλλεργίας, έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια μεταξύ των παιδιών σε Ευρώπη και Αμερική. Οι αιτίες της αυξανόμενης συχνότητας δεν είναι απολύτως σαφείς και πιθανολογούνται παράγοντες όπως η γενετική προδιάθεση και περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως οι αλλαγές στον τρόπο ζωής, οι διατροφικές συνήθειες, και ειδικά η διατροφή κατά τους πρώτους μήνες της ζωής.

Με βάση τα αποτελέσματα μελετών που δημοσιεύτηκαν στη δεκαετία του ’90, επιστημονικές εταιρείες εξέδωσαν διατροφικές συστάσεις για τον απογαλακτισμό, ιδιαίτερα για τα παιδιά σε κίνδυνο για αλλεργία, οι οποίες περιελάμβαναν καθυστερημένη εισαγωγή των αλλεργιογόνων τροφών, όπως το φρέσκο γάλα μετά την ηλικία των 12 μηνών και το αυγό μετά από τους 24 μήνες.

Αργότερα όμως, τα δεδομένα άλλαξαν καθώς νέες μελέτες έδειξαν ότι η καθυστέρηση της εισαγωγής των τροφών, όχι μόνο δεν μειώνει τη συχνότητα των αλλεργικών παθήσεων και την ευαισθητοποίηση, αλλά θα μπορούσε ακόμη και να αυξήσει τον κίνδυνο της ατοπίας.

Συνολικά, τα μέχρι τώρα στοιχεία δείχνουν, ότι η καθυστερημένη εισαγωγή των τροφών στη διατροφή του βρέφους, δεν ωφελεί για την αποφυγή αλλεργιών. Σύμφωνα με τις τελευταίες συστάσεις που έχουν εκδοθεί από την Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής (AAP), η Ευρωπαϊκή Ακαδημία Αλλεργίας και Κλινικής Ανοσολογίας (EAACI), και την ESPGHAN , αναγνωρίζεται ότι δεν υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία για να δικαιολογήσουν την καθυστερημένη εισαγωγή των στερεών τροφών, ακόμη και για εκείνες που αναγνωρίζονται ως περισσότερο αλλεργιογόνες, για τη μείωση αλλεργικών παθήσεων.

Σημαντικά, επίσης, στοιχεία προέκυψαν για τον ευεργετικό ρόλο του μητρικού γάλακτος για την ανάπτυξη της ανοχής. Ως εκ τούτου, ο απογαλακτισμός, εφόσον συντελεστεί παράλληλα με το θηλασμό μπορεί να μειώσει την εμφάνιση των αλλεργιών.

Εισαγωγή γλουτένης και επίπτωση κοιλιοκάκης και σακχαρώδη διαβήτη
Προηγούμενες μελέτες έδειξαν ότι η εισαγωγή γλουτένης μεταξύ 4ου και 6ου μήνα θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο της κοιλιοκάκης. Σύμφωνα με αυτές, η ESPGHAN το 2008 πρότεινε να αποφευχθεί τόσο πρώιμη εισαγωγή (<17 εβδομάδων) όσο και η όψιμη εισαγωγή (> 26 εβδομάδων) της γλουτένης. Προτάθηκε επίσης να γίνεται σταδιακή εισαγωγή γλουτένης, ενώ το βρέφος εξακολουθεί να τρέφεται με μητρικό γάλα, με σκοπό την πρόληψη της κοιλιοκάκης, αφού παλαιότερες μελέτες απέδειξαν τον προστατευτικό ρόλο του μητρικού θηλασμού στην επίπτωση της κοιλιοκάκης.

Νέα πρόσφατα στοιχεία όμως έδειξαν ότι η χορήγηση γλουτένης μεταξύ 16ης – 24ης εβδομάδας δεν προφυλάσσει από την εκδήλωση κοιλιοκάκης. Φαίνεται επίσης ότι όποτε και να εισαχθεί η γλουτένη μετά τον 6ο μήνα, η επίπτωση κοιλιοκάκης είναι ίδια, απλώς διαφέρει η χρονική εκδήλωση της νόσου. Συστήνεται όμως η χορήγηση γλουτένης σε μικρές ποσότητες τον πρώτο χρόνο ζωής, αν και δεν έχει μέχρι τώρα βρεθεί η ιδανική ποσότητα γλουτένης που πρέπει να χορηγείται.

Εισαγωγή στερεών τροφών και μεταβολικό σύνδρομο
Ο όρος μεταβολικό σύνδρομο αναφέρεται σε μια κλινική κατάσταση με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, εξαιτίας της παρουσίας παραγόντων, όπως παχυσαρκία, δυσλιπιδαιμία, παθολογική αντίσταση στην ινσουλίνη και αρτηριακή υπέρταση.

Η υψηλή πρόσληψη ενέργειας και πρωτεΐνης στη βρεφική ηλικία μπορεί να σχετίζεται με την αύξηση του δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ ) και του σωματικού λίπους. Η υπερβολική πρωτεΐνη διεγείρει την έκκριση της ινσουλίνης και IGF1, με αποτέλεσμα τη λιπογένεση και τη διαφοροποίηση των λιποκυττάρων. Αρκετές μελέτες έχουν δείξει συσχέτιση μεταξύ αυξημένου σωματικού βάρους στη βρεφική ηλικία και κινδύνου παχυσαρκίας αργότερα.

Αντίστοιχα μεγαλύτερο ενεργειακό φορτίο στην ηλικία των 4 μηνών σε βρέφη με μικτή διατροφή, συνδέθηκε με αυξημένο ΔΜΣ στην ηλικία 1 έως 5 ετών. Συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας σχετικά με τη σχέση μεταξύ υψηλής πρόσληψης πρωτεΐνης στη βρεφική ηλικία και την αυξημένου ΔΜΣ στην παιδική ηλικία δείχνει ότι, η πρόσληψη πρωτεϊνών άνω του 15% της συνολικής ενέργειας μεταξύ 6 και 24 μηνών, μπορεί να οδηγήσει σε παχυσαρκία στην παιδική ηλικία , ευνοώντας πιθανώς την ανάπτυξη παχυσαρκίας στην ενήλικο ζωή.

Δεν υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ του χρόνου της εισαγωγής συμπληρωματικών τροφών και της παχυσαρκίας στην παιδική ηλικία, αλλά κάποια στοιχεία δείχνουν ότι η πρώιμη εισαγωγή (πριν από τους 4 μήνες) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο της παιδικής παχυσαρκίας. Ιδιαίτερα ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος για τα βρέφη που παίρνουν ξένο γάλα συγκριτικά με αυτά που θηλάζουν.

Σε γενικές γραμμές, υποκαθιστώντας υπερθερμιδικές και υψηλές σε πρωτεΐνες τροφές με τρόφιμα που έχουν χαμηλότερη ενεργειακή πυκνότητα (δημητριακά, φρούτα και λαχανικά) μπορεί να είναι μια πιθανή προσέγγιση για τη μείωση του κινδύνου της παχυσαρκίας. Δεν υπάρχει κανένα θρεπτικό όφελος στη χορήγηση χυμών φρούτων και λαχανικών καθώς και άλλων ζαχαρούχων ροφημάτων σε βρέφη, τους πρώτους μήνες της ζωής, γιατί συνδέονται με την παιδική παχυσαρκία. Η Αμερικανική Παιδιατρική Εταιρεία συνιστά τα βρέφη να μην πίνουν χυμούς φρούτων και να προτιμώνται τα ολόκληρα φρούτα, πολτοποιημένα ή ομογενοποιημένα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η ηλικία εισαγωγής των στερεών τροφών στο βρέφος συμβαδίζει αρχικά με την αναπτυξιακή του ωρίμανση. Ως αρχή της εισαγωγής των στερεών τροφών παραμένει, ότι ο αποκλειστικός μητρικός θηλασμός τους πρώτους 6 μήνες αποτελεί έναν επιθυμητό στόχο. Είναι σκόπιμο να εισαχθούν τα στερεά τρόφιμα μαζί με το μητρικό γάλα όχι πριν από την ηλικία των 4 έως 6 μηνών. Δεν είναι σκόπιμο να καθυστερήσει η εισαγωγή των πιθανών αλλεργιογόνων τροφών με σκοπό την πρόληψη της ανάπτυξης αλλεργικών παθήσεων. Φαίνεται επίσης ότι όποτε και να εισαχθεί η γλουτένη μετά τον 6ο μήνα, η επίπτωση κοιλιοκάκης είναι ίδια, απλά η χρονική εκδήλωση της νόσου διαφέρει. Συστήνεται επίσης η χορήγηση γλουτένης σε μικρές ποσότητες τον πρώτο χρόνο ζωής, αν και δεν έχει μέχρι τώρα βρεθεί η ιδανική ποσότητα γλουτένης που πρέπει να χορηγείται.

Δεν υπάρχει σαφής συσχετισμός μεταξύ της χρονικής στιγμής εισαγωγής συμπληρωματικών τροφών και τον κίνδυνο παχυσαρκίας, διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακής νόσου. Η υπερβολική πρόσληψη πρωτεΐνης – περισσότερο από το 15% των ολικών θερμίδων – κατά τη διάρκεια του απογαλακτισμού έχει βρεθεί ότι συσχετίζεται με τον αυξημένο κίνδυνο υπερβολικού βάρους / παχυσαρκίας σε μεγαλύτερη ηλικία. Ενώ η υπερβολική πρόσληψη ενέργειας εξακολουθεί να είναι ένας πρωταρχικός παράγοντας για ανάπτυξη παχυσαρκίας.

Συμπερασματικά ο τρόπος απογαλακτισμού και η διατροφή του δευτέρου εξαμήνου της βρεφικής ηλικίας έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για την πρόληψη ή αποφυγή μακροπρόθεσμων συνεπειών από τις διατροφικές επιλογές.

Καφρίτσα Παναγιώτα, Διευθύντρια Γαστρεντερολόγος, Ευρωκλινική Παίδων
  • Share This