Ηπατίτιδα: Μύθοι και αλήθειες

Αρχική / Άρθρα / Ευρωκλινική Αθηνών / Ηπατίτιδα: Μύθοι και αλήθειες

Ηπατίτιδα: Μύθοι και αλήθειες

Είναι σχεδόν κανόνας, ότι για κάθε χρόνιο νόσημα υπάρχει πληροφόρηση αλλά και παραπληροφόρηση. Όχι μόνο μεταξύ εκείνων που πάσχουν, αλλά μερικές φορές και μεταξύ μη ειδικών γιατρών που θα χρειασθεί να συμβουλέψουν ασθενείς τους. Η ηπατίτιδα C δεν αποτελεί εξαίρεση. Παρακάτω γίνεται προσπάθεια να εντοπιστούν κάποιοι από τους μύθους αυτούς και να δοθούν οι σωστές απαντήσεις.

Μύθος 1ος: “Η παρουσία anti-HCV αντισωμάτων στο αίμα, δείχνει ενεργό HCV λοίμωξη. Όχι πάντα. Το θετικό anti-HCV στο αίμα δείχνει μόνο ότι το άτομο αυτό ήλθε κάποτε σε επαφή με τον ιό ηπατίτιδας C (HCV). Δεν σημαίνει ότι υποχρεωτικά την παρουσία ενεργού λοίμωξης. Η νόσηση επιβεβαιώνεται με την ανίχνευση HCV RNA (γενετικού υλικού του HCV) στο αίμα. Σε 20-50% των anti-HCV-θετικών ατόμων το HCV RNA δεν ανιχνεύεται. Τα άτομα αυτά δεν πάσχουν και δεν χρειάζονται θεραπεία. Επίσης, το anti-HCV μετά επιτυχή θεραπεία και μόνιμη εκρίζωση του HCV παραμένει θετικό για πολλές 10-ετίες (ίσως και δια βίου). Τα άτομα αυτά δεν νοσούν πλέον και δεν μεταδίδουν ηπατίτιδα C.

Μύθος 2ος: “Κινδυνεύουμε να κολλήσουμε ηπατίτιδα C και μόνο με απλή επαφή με κάποιον που πάσχει. Όχι. Ο HCV μεταδίδεται κυρίως παρεντερικά (πχ. τρυπήματα με μολυσμένες βελόνες ενέσεων, μεταγγίσεις μολυσμένου αίματος, κττ). Η μετάδοση της ηπατίτιδας C εντερικά (χέρια–>στόμα), ή με απλή επαφή, είναι εξαιρετικά σπάνια. Μπορεί να συμβεί μόνο αν ο ιός έλθει σε επαφή με πληγή στο δέρμα ή βλεννογόνους και πετύχει να μπει στο σώμα σε αρκετή ποσότητα ώστε, ξεπερνώντας την άμυνα του οργανισμού, να προκαλέσει λοίμωξη. Αυτό είναι ασυνήθιστο. Ο κίνδυνος μετάδοσης της νόσου με σεξουαλική επαφή είναι πολύ μικρός σε μονογαμικά ζευγάρια. Είναι όμως πολύ μεγαλύτερος σε άτομα με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους ή μεταξύ ομοφυλοφίλων.

Μύθος 3ος: “Η κλασσική θεραπεία ηπατίτιδας C με ενέσεις (ιντερφερόνη) και χάπια (ριμπαβιρίνη) προκαλεί αφόρητες παρενέργειες και πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό είναι επίσης λάθος. Η ιντερφερόνη, κυρίως όταν πρωτοχορηγείται, προκαλεί συμπτώματα όμοια με αυτά της γρίπης (πυρετό, πόνο στους μυς, αρθρώσεις, κακουχία), Αυτά είναι πολύ καλά ανεκτά. Αντιμετωπίζονται, όπως στη γρίπη, με 1-2 δισκία αναλγητικών. Μειώνονται μετά την 2η-3η ένεση και συνήθως εξαφανίζονται. Παραμένει συχνά κάποιο αίσθημα κακοδιαθεσίας και εύκολη κόπωση, που ποικίλλει από ασθενή σε ασθενή. Τα ενοχλήματα αυτά δεν εμποδίζουν τον ασθενή να εργάζεται. Αν είναι πολύ έντονα, αντιμετωπίζονται με χορήγηση απλών αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, όσο διαρκεί η θεραπεία. Μόνο στο 5% των ασθενών θα χρειασθεί διακοπή της θεραπείας ένεκα υποκειμενικών ενοχλημάτων. Ηλικιωμένοι ασθενείς και όσοι έχουν εγκατεστημένη κίρρωση ήπατος παρουσιάζουν εντονότερα τις παρενέργειες αυτές και χρειάζονται συχνότερη ιατρική παρακολούθηση.

Μύθος 4ος: “Τα νεώτερα αντιικά φάρμακα έχουν υποκαταστήσει την θεραπεία με ιντερφερόνη. Αυτό δεν είναι σωστό. Σύμφωνα με πρόσφατες Ελληνικές  και Ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες (www.keelpno.gr, www.journal-of-hepatology.eu), η ιντερφερόνη αποτελεί μέρος της θεραπευτικής αγωγής, σε όλους τους ασθενείς που δεν έχουν αντένδειξη στη χορήγησή της. Ένεκα του υψηλού κόστους των νεωτέρων αντιιικών φαρμάκων, το κλασσικό θεραπευτικό σχήμα με ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη αποτελεί την θεραπεία πρώτης επιλογής για όλους τους ασθενείς με πρώιμο στάδιο ηπατικής ίνωσης. Σε προχωρημένο στάδιο ίνωσης ή κίρρωσης, τα νεώτερα αντιικά φάρμακα μπορούν να χορηγηθούν με ή χωρίς ιντερφερόνη, ανάλογα με την περίπτωση.

Μύθος 5ος: “Όταν η ηπατίτιδα C ξεριζωθεί με την θεραπεία, ο άρρωστος έγινε πλέον καλά και δεν χρειάζεται άλλη παρακολούθηση. Για τον ασθενή με ήδη εγκατεστημένη κίρρωση, η θέση αυτή είναι όχι μόνο λανθασμένη αλλά και επικίνδυνη. Στον κιρρωτικό ασθενή, ο κίνδυνος εμφάνισης ηπατοκυτταρικού καρκίνου (ΗΚΚ) παραμένει και μετά την εκρίζωση του HCV. Μειώνεται, αλλά δεν εκλείπει. Περιστατικά ΗΚΚ έχουν παρατηρηθεί έως και 10 χρόνια μετά επιτυχή θεραπεία της ηπατίτιδας C σε ασθενείς με κίρρωση. Τέτοιοι ασθενείς έχουν ανάγκη ιατρικής παρακολούθησης με συχνούς υπερηχογραφικούς ελέγχους για πρώιμη διάγνωση και αντιμετώπιση του ΗΚΚ.

 

  • Share This