Θέλετε να κλείσετε ραντεβού;

Η Κάνναβη στη Νευρολογία

Νευρολογία Κάνναβη

Η χρήση της κάνναβης για ιατρικούς σκοπούς περιγράφεται από πολλούς λαούς από την αρχαιότητα, η ψυχοδραστική της όμως δράση και η νομική απαγόρευση της χρήσης της αποτελούσε μέχρι πρόσφατα τροχοπέδη στη χρήση της στη σύγχρονη ιατρική πράξη. Πλέον, η χρήση της κάνναβης στην ιατρική και τη νευρολογία αποτελεί αντικείμενο αυξανόμενου ενδιαφέροντος τα τελευταία χρόνια, καθώς η πρόοδος της έρευνας έχει δημιουργήσει νέες δυνατότητες και έχει θέσει προβληματισμούς σχετικά με τη θέση της σε θεραπευτικά πρωτόκολλα.

Πώς δρα η κάνναβη στο νευρικό σύστημα

Η φαρμακολογική της δράση συνδέεται στενά με το ενδοκανναβινοειδές σύστημα, έναν εγγενή βιολογικό μηχανισμό που συμμετέχει σε κρίσιμες νευρωνικές λειτουργίες, όπως η ρύθμιση του πόνου, της κίνησης, της μνήμης και της διάθεσης. Οι κύριοι υποδοχείς του συστήματος, CB1 και CB2, εντοπίζονται σε αφθονία στον εγκέφαλο, στο νωτιαίο μυελό και σε κύτταρα του ανοσοποιητικού, γεγονός που εξηγεί το εύρος των επιδράσεων των φυτοκανναβινοειδών. Τα πιο μελετημένα από αυτά είναι η τετραϋδροκανναβινόλη (THC), η οποία διαθέτει ψυχοδραστικές ιδιότητες αλλά και σημαντική αναλγητική δράση, και η κανναβιδιόλη (CBD), ένα μη ψυχοδραστικό μόριο με αντιεπιληπτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.

Θεραπευτικές εφαρμογές στη νευρολογία

Το επιστημονικά πιο τεκμηριωμένο πεδίο εφαρμογής της κάνναβης στη νευρολογία αφορά ορισμένες μορφές ανθεκτικής επιληψίας. Σε παιδιά και ενήλικες με σύνδρομα όπως Dravet και Lennox–Gastaut, η χορήγηση καθαρού CBD έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τη συχνότητα και τη βαρύτητα των κρίσεων, ιδίως όταν η νόσος δεν ανταποκρίνεται επαρκώς σε συμβατικά αντιεπιληπτικά φάρμακα.

Η αποτελεσματικότητα αυτή έχει επιβεβαιωθεί σε κλινικές δοκιμές, οδηγώντας στην έγκριση τυποποιημένων φαρμακολογικών σκευασμάτων και την ένταξή τους σε θεραπευτικά πρωτόκολλα. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται σημαντική, διότι αποδεικνύει ότι η κάνναβη μπορεί να αξιοποιηθεί με ασφάλεια όταν υπάρχει τυποποιημένη σύνθεση, ελεγχόμενη δοσολογία και σαφής θεραπευτική ένδειξη. Χρειάζεται να σημειωθεί πως παρά τα θετικά αυτά ευρήματα, η χορήγηση CBD δεν στερείται περιορισμών, καθώς μπορεί να αλληλεπιδράσει με άλλα αντιεπιληπτικά, για αυτό και απαιτεί στενή ιατρική παρακολούθηση από κέντρο με εμπειρία στη χρήση της.

Στον νευροπαθητικό πόνο, μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από δυσλειτουργία νευρικών οδών και εμφανίζεται σε διάφορες παθήσεις, όπως διαβητική νευροπάθεια, η νευραλγία τριδύμου ή μεθερπητική νευραλγία, τα προϊόντα κάνναβης έχουν δοκιμαστεί και έχει φανεί ότι μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση σε ορισμένους ασθενείς. Ο συνδυασμός THC και CBD φαίνεται να μειώνει την ένταση του πόνου, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συμβάλλει στη μείωση της ανάγκης για ισχυρότερα αναλγητικά, συμπεριλαμβανομένων των οπιοειδών. Ωστόσο, η ανταπόκριση δεν  είναι ομοιόμορφη, δεν έχουν λάβει έγκριση τυποποιημένα φαρμακευτικά σκευάσματα και τα οφέλη συνυπάρχουν με ενδεχόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ζάλη, γνωστική σύγχυση ή ψυχολογική δυσφορία, κυρίως σε άτομα που δεν έχουν προηγούμενη έκθεση σε THC. Παρόλο λοιπόν που έχουν ένα πολλά υποσχόμενο όφελος σε νευροπαθητικό άλγος που προκαλεί μεγάλη δυσφορία στον ασθενή, η φαρμακευτική κάνναβη δεν έχει λάβει επίσημη έγκριση και χρησιμοποιείται αποκλειστικά off label από εξειδικευμένα κέντρα πόνου σε περιπτώσεις με πτωχή ανταπόκριση στη βέλτιστη φαρμακευτική αγωγή.

Η σπαστικότητα στην πολλαπλή σκλήρυνση αποτελεί επίσης πεδίο στο οποίο η κάνναβη έχει μελετηθεί σε βάθος. Σκευάσματα που συνδυάζουν THC και CBD έχουν δείξει ότι μειώνουν τη δυσκαμψία και τον συνοδό πόνο, προσφέροντας βελτίωση της κινητικότητας και της λειτουργικότητας σε ορισμένους ασθενείς. Αν και η βελτίωση δεν παρατηρείται σε όλους, τα διαθέσιμα δεδομένα υποστηρίζουν ότι η κάνναβη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συμπληρωματική θεραπεία όταν άλλες μέθοδοι έχουν αποτύχει ή προκαλούν έντονες ανεπιθύμητες ενέργειες. Η χρήση της απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση, καθώς η παρουσία THC επιβάλλει αυξημένη προσοχή σε θέματα ψυχολογικής επίδρασης και γνωστικών λειτουργιών.

Προοπτικές εφαρμογής σε άλλες νευρολογικές διαταραχές

Στη νόσο του Πάρκινσον, η έρευνα επικεντρώνεται κυρίως στα μη κινητικά συμπτώματα, όπως το άγχος, οι διαταραχές ύπνου και ο πόνος, καθώς και στις δυσκινησίες που προκαλούνται από τη μακροχρόνια θεραπεία με λεβοντόπα. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι το CBD ενδέχεται να έχει ευεργετική επίδραση σε ορισμένες από αυτές τις εκδηλώσεις, χωρίς όμως σαφείς αποδείξεις ότι επηρεάζει τις βασικές κινητικές διαταραχές ή την πορεία της νόσου. Η επιστημονική κοινότητα αναμένει αποτελέσματα μεγαλύτερων και πιο αυστηρά σχεδιασμένων μελετών για να καθορίσει αν η κάνναβη μπορεί να ενταχθεί με μεγαλύτερη βεβαιότητα στα θεραπευτικά εργαλεία της συγκεκριμένης πάθησης.

Η επίδραση της κάνναβης σε κεφαλαλγία και ημικρανία, καταστάσεις που ταλαιπωρούν πολύ συχνά πολλούς ανθρώπους όλων των ηλικιών, βρίσκεται σε αρχικό στάδιο έρευνας. Ορισμένα κλινικά δεδομένα και αναφορές ασθενών υποδεικνύουν πιθανή μείωση της συχνότητας και της έντασης των συμπτωμάτων, πιθανότατα μέσω της δράσης στα κυκλώματα πόνου και στη ρύθμιση νευροδιαβιβαστών όπως η σεροτονίνη. Ωστόσο, απουσιάζουν μεγάλης κλίμακας μελέτες, ενώ υπάρχει και ο κίνδυνος πρόκλησης κεφαλαλγίας από κατάχρηση, κατάσταση γνωστή και από άλλους τύπους αναλγητικών.

Περιορισμοί και πιθανοί κίνδυνοι

Παρά τις θεραπευτικές δυνατότητες, η κάνναβη συνοδεύεται από σαφείς περιορισμούς. Η υπερέκθεση σε THC μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη μνήμη, την προσοχή, την κρίση και τη συναισθηματική σταθερότητα. Σε άτομα με προδιάθεση για ψυχικές διαταραχές μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση συμπτωμάτων ή να πυροδοτήσει ψυχωσικό επεισόδιο. Η χρήση σε νεαρή ηλικία σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο γνωστικών επιπτώσεων, γεγονός που καθιστά την ιατρική παρακολούθηση απαραίτητη. Η αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά σκευάσματα απαιτεί προσεκτική διαχείριση, ενώ η ποιότητα και καθαρότητα των προϊόντων πρέπει να διασφαλίζονται μέσω αυστηρών ρυθμιστικών μηχανισμών.

Συμπερασματικά

Συνολικά, η κάνναβη κατέχει πλέον διακριτή θέση στη νευρολογία, αλλά η χρήση της πρέπει να βασίζεται σε επιστημονική τεκμηρίωση και όχι σε ανεπιβεβαίωτες προσδοκίες. Προσφέρει ουσιαστικό όφελος σε συγκεκριμένες παθήσεις, όπως η ανθεκτική επιληψία, ο νευροπαθητικός πόνος και η σπαστικότητα στην πολλαπλή σκλήρυνση, αλλά δεν αποτελεί καθολική λύση. Η εφαρμογή της απαιτεί προσεκτική επιλογή ασθενών, εξατομικευμένη δοσολογία και συνεχή παρακολούθηση από ειδικούς. Η μελλοντική έρευνα αναμένεται να καθορίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τον ρόλο της, ανοίγοντας τον δρόμο για ασφαλέστερες και πιο στοχευμένες θεραπείες.

Το άρθρο γράφει η Έρση Καραχάλια, Νευρολόγος, Ευρωκλινική Αθηνών

    Ζητήστε ραντεβού online




    Πατώντας αποδοχή, συναινείτε στη συλλογή ή/και επεξεργασία των παραπάνω στοιχείων σας από την Ευρωκλινική, αποκλειστικά για την αποστολή ενημερώσεων σχετικά με νέες υπηρεσίες, προϊόντα και δράσεις μας. Περισσότερα εδώ

    ή καλέστε μας στα: 210 64 16 800 & 210 64 16 801