Πρωτογενής και δευτερογενής πρόληψη στον καρκίνο του μαστού. Τι μπορούμε να κάνουμε.

Αρχική / Άρθρα / Ευρωκλινική Αθηνών / Κέντρο Μάστου / Πρωτογενής και δευτερογενής πρόληψη στον καρκίνο του μαστού. Τι μπορούμε να κάνουμε.
Πρωτογενής και δευτερογενής πρόληψη στον καρκίνο του μαστού. Τι μπορούμε να κάνουμε.

Πρωτογενής και δευτερογενής πρόληψη στον καρκίνο του μαστού. Τι μπορούμε να κάνουμε

Πρόληψη δεν είναι μόνο η μαστογραφία και η αυτοεξέταση. Πριν μία γυναίκα φτάσει να διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού, υπάρχει μία σειρά στρατηγικών μείωσης του ατομικού της κινδύνου να εμφανίσει τη νόσο. Η πρόληψη ως έννοια περιλαμβάνει τόσο την πρωτογενή όσο και την δευτερογενή πρόληψη. Με τον όρο πρωτογενής πρόληψη περιγράφεται η ανάπτυξη προληπτικών μέτρων. Παρά τις επίπονες και συνεχείς μελέτες, δεν έγινε ακόμη εφικτή η προσέγγιση της αιτιολογίας του καρκίνου του μαστού. Παρόλο που δίαφοροι παράγοντες (γενετικοί, ιδιοσυστατικοί, περιβαλλοντολογικοί κλπ.) εμφανίζουν στατιστικά σημαντική συσχέτιση με τη νόσο, κανένας από μόνος του ή σε συνδυασμό δεν μπορεί να εξηγήσει το μηχανισμό γένεσης της νόσου. Η ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων παραγόντων κινδύνου δεν σημαίνει αναγκαία ότι το άτομο θα νοσήσει. Η μη ύπαρξή τους από την άλλη πλευρά, δεν αποκλείει τη νόσο.

Οι στρατηγικές που μπορούμε να χαράξουμε, προκειμένου να μειωθεί ο ατομικός μας κίνδυνος να νοσήσουμε από καρκίνο του μαστού, αφορούν κυρίως τις καθημερινές μας συνήθειες και τη διατροφή. Είναι γνωστό ότι οι διατροφικές συνήθειες και ο τρόπος ζωής, επηρεάζουν την υγεία με πολλούς τρόπους. Η διατροφή μας θωρακίζει τις φυσικές άμυνες του οργανισμού απέναντι σε δεκάδες ασθένειες και μία από αυτές είναι ο καρκίνος του μαστού.

H ενσωμάτωση της τακτικής σωματικής άσκησης στην καθημερινότητα μας καθώς και η υιοθέτηση ενός ισορροπημένου διαιτολογίου συστήνεται σε όλες τις γυναίκες, προκειμένου να βελτιώσουν την υγεία τους και να μειώσουν τον προσωπικό τους κίνδυνο να νοσήσουν από καρκίνο του μαστού. Πλήθος μελετών έχουν επικεντρωθεί στην εξακρίβωση της πιθανής σύνδεσης μεταξύ καρκίνου του μαστού και διατροφής. Παρόλο που δεν έχουν καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα, έχουν ωστόσο καταδείξει τα οφέλη για τις γυναίκες που διατηρούν ένα υγιές βάρος, που ασκούνται συχνά και που λαμβάνουν ελάχιστα κορεσμένα και αλκοόλ.

Υπάρχουν τροφές πλούσιες σε αντιοξειδωτικά όπως τα φρέσκα φρούτα,τα λαχανικά, το πράσινο τσάι (περιέχει πολυφαινόλες), το ρόδι καθώς και τροφές πλόυσιες σε Ω-3λιπαρά οξέα. Έχουν ξεχωρίσει αρκετές τροφές όπως οι ντομάτες (υψηλή περιεκτικότητα σε λυκοπένιο), τα μούρα, τα κεράσια, το αβοκάντο ( σημαντική πηγή ελαικού οξέος), η γλυκοπατάτα, το καρότο και τα φυλλώδη πράσινα λαχανικά (μεγάλη περιεκτικότητα σε καροτενοειδή),η συστηματική κατανάλωση των οποίων έχει βρεθεί ότι συμβάλλει σημαντικά στην πρόληψη του καρκίνου του μαστού. Αλλη ομάδα τροφών που δείχνει να συμβάλει στη μείωση των πιθανοτήτων ανάπτυξης καρκίνου του μαστού είναι τα Ω-λιπαρά οξέα (τα λιπαρά ψάρια) και πρέπει να τα καταναλώνουμε συχνά. Η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ και το κάπνισμα συνδέονται σαφώς με αυξημένο κίνδυνο καρκινογένεσης.

Η τακτική σωματική άσκηση έχει βρεθεί ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου. Πιθανοί παράγοντες που συντελούν στην προστασία του οργανισμού μέσω της άσκησης αποτελούν η μειωμένη έκθεση του οργανισμού σε ανδρογόνα/οιστρογόνα, η αύξηση συγκεκριμένων ορμονών (όπως της δεσμευτικής σφαιρίνης), η βελτίωση της ευαισθησίας των κυττάρων του σώματος στην ινσουλίνη, η μείωση του ινσουλινοειδούς αυξητικού παράγοντα 1 (σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη του καρκίνου του μαστού), καθώς και η μείωση του λιπώδους ιστού ( όπου παράγονται οιστρογόνα). Η ισορροπημένη διατροφή σε συνδιασμό με τακτική γυμναστική μειώνει κατά το 1/3 τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου τουμαστού και μάλιστα στην ηλικία της εμμηνόπαυσης, όπου το αυξημένο σωματικό βάρος ενισχύει ακόμη περισσότερο τον κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου.

Εκτός από την άσκηση, την διατροφή, την αποχή από το κάπνισμα και το αλκοόλ, υπάρχουν ορισμένοι ακόμα παράγοντες κατά την διάρκεια της ζωής μας που ίσως να μην εξαρτώνται απόλυτα από εμάς παρόλα αυτά όμως έχουν μελετηθεί σε σχετικές έρευνες και φαίνεται ότι υπάρχει προστατευτική δράση απέναντι στην εμφάνιση της νόσου. Ο θηλασμός για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 2 μηνών καθώς και η τεκνοποίηση (1η τελειόμηνη εγκυμοσύνη) πρίν την ηλικία των 35 ετών, φαίνεται ότι επιδρούν προστατευτικά στην ανάπτυξη καρκίνου του μαστού.

H δευτερογενής πρόληψη αφορά τα μέσα που υπάρχουν να διαγνωσθεί η νόσος σε πρώιμο στάδιο, ώστε να επιτευχθούν καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα. Η αρχή θα πρέπει να γίνει από την μηνιαία αυτοεξέταση των μαστών σε όλες τις ενήλικες γυναίκες. Η καλύτερη χρόνική στιγμή είναι μετά το τέλος της εμμήνου ρύσεως, περίπου 8-11η μέρα του κύκλου (1η μέρα υπολογίζουμε την ημέρα έναρξης της περιόδου). Ακολουθεί ο ετήσιος έλεγχος των μαστών από εξειδικευμένο στις παθήσεις του μαστού γιατρό. Η μαστογραφία έχει την δυνατότητα αποκάλυψης του καρκίνου του μαστού σε στάδιο που κλινικά δεν ανιχνεύεται. Η μαστογραφία αναφοράς για συγκριτικούς λόγους θα πρέπει να γίνεται πριν το 40ο έτος της ηλικίας, και να επαναλαμβάνεται ανά έτος σε γυναίκες άνω των 40. Υπάρχει πληθώρα απεικονιστικών εξετάσεων όπως το υπερηχογράφημα των μαστών, η ελαστογραφία, η τομοσύνθεση οι οποίες βοηθούν στην έγκαιρη και ακριβή διάγνωση θα πρέπει όμως να αποτελούν μέρος της διαγνωστικής προσπάθειας του θεράποντος γιατρού και όχι εξετάσεις ρουτίνας.

Στο ίδιο πλαίσιο, έχουμε στη διάθεση μας και νέες τεχνικές που μπορούν να μας βοηθήσουν όταν υπάρχει κλινική ένδειξη. Στις γυναίκες που παρουσιάζουν έκκριμα από την θηλή τους, καθώς και στις γυναίκες υψηλού κινδύνου (θετικό οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού), μπορεί να γίνει με ειδική τεχνική, μη επεμβατική, συλλογή των κυττάρων των γαλακτοφόρων πόρων του μαστού μέσω της θηλής, και κυτταρολογική εξέταση αυτών. Στην εξέταση αναζητούνται στο θετικά κύτταρα για κακοήθεια εφόσον υπάρχει καθώς και άτυπα κύτταρα που ίσως προοιωνίζουν την πιθανή ανάπτυξη καρκίνου τα επόμενα χρόνια. Η μέθοδος αυτή απαιτεί ειδικό μηχάνημα αυτόματης αναρρόφησης (HALO breast Pap test), είναι ανώδυνη, σύντομη και χωρίς επιπλοκές.

Τους τελευταίους μήνες συζητούνται συχνά στην επιστημονική κοινότητα η μελέτη των κυκλοφορούντων καρκινικών κυττάρων (CTCs). Η μέθοδος αυτή ανίχνευσης καρκινικών κυττάρων από μία απλή αιμοληψία αποτελεί πολλά υποσχόμενη εξέλιξη στην ογκολογία με δυνητικά πολλές και πολύ χρήσιμες κλινικές εφαρμογές στους ασθενείς με καρκίνο. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται η ολοκλήρωση των μελετών αυτών και η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων πριν ενσωματωθούν στην καθημερινή μας κλινική πράξη.

Διευθύντρια Χειρουργικής Κλινικής Μαστού

Ιανουάριος 2016

  • Share This