Θεραπεία του καρκίνου του μαστού: Ποιες είναι οι επιλογές και πώς εφαρμόζονται

Ο καρκίνος του μαστού, η συχνότερη κακοήθεια στον γυναικείο πληθυσμό στον δυτικό κόσμο, είναι νόσος πολύπλοκη, τόσο στην αιτιολογία όσο και στη θεραπεία της. Η πολυπλοκότητα της νόσου αντικατοπτρίζεται και στην τελική έκβαση των ασθενών, καθώς άλλες γυναίκες ανακτούν την υγεία τους, άλλες με τη βοήθεια θεραπειών επιβιώνουν για μεγάλο διάστημα, ενώ ένα μικρό ποσοστό δεν καταφέρνει να νικήσει τη νόσο.
Γιατί ο καρκίνος του μαστού είναι τόσο πολύπλοκη νόσος;
Ο καρκίνος έχει τη δυνατότητα να εξαπλώνεται από το σημείο που ξεκινά σε άλλα όργανα. Έτσι, ο καρκίνος του μαστού μπορεί να δώσει μεταστάσεις κυρίως στο ήπαρ, τους πνεύμονες, τα οστά και τον εγκέφαλο. Η πορεία αυτή διαφέρει ανάλογα με το είδος του καρκίνου και εξαρτάται κυρίως από δύο παράγοντες:
- Ταχύτητα πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων. Αν τα κύτταρα διαιρούνται εξαρχής γρήγορα, η νόσος εξελίσσεται πιο γρήγορα σε μεταστατική. Αν πολλαπλασιάζονται αργά, ίσως η νόσος να μην εξελιχθεί ποτέ, αν και με τον χρόνο μπορεί να εμφανιστεί κάποιος πιο επιθετικός κλώνος. Η δυναμική αυτή αποτυπώνεται με τον όρο διαφοροποίηση (Grade) και επηρεάζεται από τον μοριακό τύπο του όγκου, στοιχεία που εξετάζονται σε μικροσκοπικό και γονιδιακό επίπεδο, για να προβλεφθεί η πορεία και να επιλεγεί θεραπεία.
- Χρονικό Σημείο Διάγνωσης. Στα αρχικά του στάδια ο καρκίνος του μαστού δεν προκαλεί συμπτώματα. Με τον καιρό μπορεί να φανεί κάτι σε μία μαστογραφία και αργότερα να παρουσιαστεί ένα ψηλαφητό ογκίδιο, σκληρία, εισολκή θηλής ή αιματηρή έκκριση. Μέχρι τότε, καρκινικά κύτταρα μπορεί ήδη να κυκλοφορούν στο αίμα ως μικρομεταστάσεις, μη ανιχνεύσιμες ακόμη. Όταν φανούν εστίες σε άλλα όργανα, μιλάμε για μεταστατική νόσο. Αυτή η χρονική εξέλιξη περιγράφεται με τα στάδια του καρκίνου, και ελέγχεται με απεικονιστικές και βιοχημικές εξετάσεις.
Μπορούμε να επηρεάσουμε την πορεία της νόσου μετά τη γέννησή της;
Εφόσον σχηματιστεί μια κακοήθεια, δεν μπορούμε να αλλάξουμε την επιθετικότητα των καρκινικών κυττάρων και κατά συνέπεια το πόσο γρήγορα αναπτύσσονται. Άρα δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη διαφοροποίηση και τον μοριακό τύπο του καρκίνου.
Μπορούμε όμως να παρέμβουμε με δύο τρόπους:
- Να εντοπίσουμε πρώιμα τη νόσο ακολουθώντας ένα πρόγραμμα προληπτικού ελέγχου.
- Να μειώσουμε την καρκινική μάζα που έχει σχηματιστεί κατά τη διάγνωση, με δύο βασικούς θεραπευτικούς χειρισμούς:
Αφαιρώντας τον αρχικό όγκο από το μαστό και τους γειτονικούς ιστούς που ενδέχεται να έχουν προσβληθεί.
Με φαρμακευτική αγωγή, που στοχεύει τα καρκινικά κύτταρα που έχουν φύγει από τον μαστό και ενδέχεται να αναπτύσσονται σε άλλα όργανα, είτε τα εντοπίζουμε στις εξετάσεις είτε όχι.
Καρκίνος μαστού θεραπεία: Ποιες είναι οι διαθέσιμες επιλογές;
Η θεραπευτική αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού στηρίζεται σε διαφορετικές προσεγγίσεις, που στοχεύουν σε διαφορετικά επίπεδα τη νόσο. Ουσιαστικά, διακρίνονται σε τοπικές και συστηματικές θεραπείες.
Τοπικές θεραπείες:
Στόχος τους είναι να εκριζώσουν τα καρκινικά κύτταρα στον μαστό και τους περιοχικούς λεμφαδένες, εάν έχουν προσβληθεί.
- Χειρουργική αφαίρεση: Η ογκεκτομή (αφαίρεση μόνο του όγκου) και η μαστεκτομή (ολική αφαίρεση του μαστού) είναι οι δύο βασικές χειρουργικές επιλογές για τη θεραπεία του καρκίνου του μαστού, ενώ η αφαίρεση μερικών λεμφαδένων για βιοψία και η πλήρης λεμφαδενεκτομή, οι βασικές επιλογές διαχείρισης των λεμφαδένων.
- Ακτινοθεραπεία: Στοχεύει τον μαστό που διατηρείται μετά την ογκεκτομή ή το θωρακικό τοίχωμα σε περίπτωση μαστεκτομής. Εάν υπάρχουν ενδείξεις, κατευθύνεται στους λεμφαδένες που βρίσκονται στη μασχάλη, στον τράχηλο ή στο εσωτερικό του θώρακα κοντά στο στέρνο.
Συστηματικές θεραπείες:
Οι φαρμακευτικές θεραπείες δρουν σε όλα τα καρκινικά κύτταρα, είτε βρίσκονται στον μαστό είτε έχουν μεταναστεύσει, γι’ αυτό και χορηγούνται με τρόπο που διαχέεται σε όλα τα όργανα, δηλαδή στη λεγόμενη συστηματική κυκλοφορία (ενδοφλέβια, υποδόρια, από του στόματος). Διακρίνονται σε:
- Χημειοθεραπευτικά φάρμακα και συνδυασμοί αυτών (σχήματα)
- Στοχευμένες θεραπείες, Ανοσοθεραπείες
- Ορμονοθεραπεία.
Πώς επιλέγονται οι θεραπείες στον καρκίνο του μαστού;
Στην ογκολογία, κάθε θεραπεία έχει στόχο να αυξήσει τις πιθανότητες ίασης και γι’ αυτό ενδέχεται να είναι έντονη, σε ισχύ και διάρκεια, και ως εκ τούτου να συνοδεύεται από ανεπιθύμητες παρενέργειες. Παλιότερα, ο φόβος της «δύναμης» του καρκίνου οδηγούσε σε «οριζόντιες» πρακτικές: Ίδιες θεραπείες για όλες τις ασθενείς, όπως η ριζική μαστεκτομή και πολύ τοξικά χημειοθεραπευτικά σχήματα, ανεξαρτήτως επιθετικότητας και σταδίου της νόσου.
Σήμερα, η προσέγγιση είναι πιο εξατομικευμένη. Είναι προφανές ότι όσο πιο ήπια είναι η ιστολογία του όγκου και όσο νωρίτερα εντοπιστεί, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες ίασης με λιγότερο παρεμβατικές μεθόδους. Αντίθετα, σε πιο επιθετική νόσο ή καθυστερημένη διάγνωση, χρειάζονται πιο έντονες θεραπείες. Επιπλέον, σε κάθε περίπτωση, χορηγούμε θεραπείες που αποδεδειγμένα μειώνουν τον κίνδυνο υποτροπής, αποφεύγοντας παρεμβάσεις χωρίς πραγματικό όφελος αλλά με παρενέργειες. Η επιλογή και η σειρά των θεραπευτικών βημάτων επηρεάζουν άμεσα την πορεία της νόσου. Γενικά ισχύει ότι:
Σε επιθετικό καρκίνο, ανεξάρτητα από το στάδιο, συνδυάζονται σχεδόν πάντα όλες οι μέθοδοι: χειρουργική επέμβαση, φαρμακευτική αγωγή και ακτινοθεραπεία.
Σε ηπιότερη μορφή, λαμβάνουμε υπόψη το στάδιο:
- Πρώιμο στάδιο: Η χειρουργική αφαίρεση έχει τα καλύτερα αποτελέσματα, με πιθανή προσθήκη ακτινοθεραπείας ή ήπιας φαρμακευτικής αγωγής.
- Τοπικά προχωρημένο στάδιο: Eφαρμόζουμε και εδώ όλες τις διαθέσιμες θεραπείες.
Ποιος καθορίζει την ογκολογική θεραπεία;
Η σύγχρονη θεραπεία στον καρκίνο του μαστού βασίζεται στην εξατομίκευση και στη συνεργασία εξειδικευμένης ογκολογικής ομάδας. Κάθε τύπου ογκολογική θεραπεία απαιτεί μέγιστη εξειδίκευση και εφαρμόζεται από την αντίστοιχη ιατρική ειδικότητα: Χειρουργική, Παθολογική και Ακτινοθεραπευτική. Η επιλογή του συνδυασμού των θεραπειών και της διαδοχής αυτών γίνεται ιδανικά στο πλαίσιο μιας συνεργαζόμενης ογκολογικής ομάδας και επιλέγεται το καταλληλότερο θεραπευτικό σχήμα από άποψη αποτελεσμάτων αλλά και προφίλ παρενεργειών για κάθε ασθενή. Το τελικό πρόσημο πρέπει να είναι: θεραπεία όχι λιγότερη από τις ανάγκες, όχι περιττή και όχι πάνω από την αντοχή της ασθενούς.