Νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις στο σακχαρώδη διαβήτη

Αρχική / Άρθρα / Ευρωκλινική Αθηνών / Ενδοκρινολογία / Νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις στο σακχαρώδη διαβήτη
logo-group-greek

Νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις στο σακχαρώδη διαβήτη

Η προσβολή από το σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ), είναι ύπουλη και σταδιακή: η αύξηση των επιπέδων του σακχάρου του αίματος σε νηστεία καθώς και μεταγευματικά, αναπτύσσεται με βραδείς ρυθμούς, χωρίς να προκαλεί αξιοσημείωτα συμπτώματα κατά τη διάρκεια των πρώτων σταδίων. Έτσι, όταν η νόσος διαγνωσθεί τυχαία, είτε λόγω συμπτωμάτων, συμφώνα με τη μελέτη UKPDS, οι πιθανότητες να έχουν ήδη εμφανισθεί επιπλοκές του διαβήτη φθάνουν στο 50%.

Επιπλέον, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ο χαρακτηρισμός ενός ατόμου ως ‘διαβητικού’ προκαλεί άγχος, δυσφορία, κατάθλιψη, αντιδράσεις, που, δυστυχώς, συχνά οδηγούν στην αποφυγή του προβλήματος, στην ελλιπή παρακολούθηση, επομένως και ανεπαρκή ρύθμιση του σακχάρου, τότε βραχύνεται σημαντικά ο χρόνος της εμφάνισης των επιπλοκών και της σοβαρότητάς τους (διαβητική νεφροπάθεια, οφθαλμοπάθεια, νευροπάθεια, μακροαγγειοπάθεια).

Γιατί ανεβαίνει το σάκχαρο στο αίμα; Το σάκχαρο ανεβαίνει γιατί η ινσουλίνη, μια ορμόνη που παράγεται στο πάγκρεας, δεν είναι ικανή να το προωθήσει μέσα στα κύτταρα του σώματος, έτσι ώστε αυτά να τραφούν. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους; 1) η ινσουλίνη δεν μπορεί να δράσει σωστά γιατί συναντά «αντίσταση» στο μυϊκό και λιπώδη ιστό. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το πάγκρεας να προσπαθεί να εκκρίνει όλο και μεγαλύτερες ποσότητες ινσουλίνης, ειδικά μετά τα γεύματα όταν αυξάνεται η γλυκόζη από την πέψη των τροφών και αυξάνονται παράλληλα και οι ανάγκες σε ινσουλίνη. Ο μηχανισμός αυτός απαντάται κυρίως στους παχύσαρκους διαβητικούς.
2) η ποσότητα ινσουλίνης που εκκρίνει το πάγκρεας είναι ανεπαρκής για να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού λόγω βλάβης μιας συγκεκριμένης ομάδας κυττάρων που ονομάζονται β-κύτταρα. Αυτή είναι μια διαδικασία που εξελίσσεται αργά και συνήθως απαιτείται χρονικό διάστημα αρκετών ετών μέχρι να διαπιστωθεί ότι η ικανότητα παραγωγής ινσουλίνης είναι σημαντικά μειωμένη.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση του ΣΔ ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο εξέλιξής του. Ακρογωνιαίος λίθος, όμως, οποιασδήποτε θεραπείας είναι η σωστή ισορροπημένη διατροφή και η επίτευξη ικανοποιητικού σωματικού βάρους σε συνδυασμό με κάποιο πρόγραμμα σωματικής άσκησης.

Γνώμονας της θεραπευτικής αγωγής (φαρμακευτικής ή ινσουλινοθεραπείας) είναι η κατάλληλη αγωγή στη σωστή ώρα για κάθε ασθενή. Η φαρμακευτική αντιμετώπιση περιλαμβάνει δύο κύριες κατηγορίες. Τα φάρμακα που βοηθούν στη δράση της ινσουλίνης και αυτά που δρουν στο πάγκρεας και το «πιέζουν» να εκκρίνει περισσότερη ινσουλίνη.

Δεν είναι λίγες οι φορές που έρχονται ασθενείς με υψηλό σάκχαρο, πάνω από 200mg/dl, ζητώντας ιατρική βοήθεια. Κατά τη λήψη του ιστορικού πολλοί από αυτούς αναφέρουν ότι από 2 και 3 έτη πριν είχαν σάκχαρο αυξημένο έως 150mg/dl, στο οποίο δεν έδωσαν σημασία, ή δεν αξιολογήθηκε κατάλληλα από τον ιατρό. Κι όμως έχουμε στη διάθεσή μας πολύτιμους συμμάχους, τους ινσουλινοευαισθητοποιητές, φάρμακα τα οποία βελτιώνουν τη δράση της ινσουλίνης, ξεκουράζουν το πάγκρεας και ρυθμίζουν το σάκχαρο, χωρίς να προκαλούν υπογλυκαιμίες. Έτσι παρατείνεται σημαντικά ο χρόνος ημικρανίας σοβαρού διαβήτη και επιπλοκών.

Μελέτες δείχνουν ότι τα φάρμακα αυτά, όταν χορηγηθούν έγκαιρα σε άτομα με παθολογική ανοχή στη γλυκόζη επιμηκύνουν σημαντικά το χρόνο εμφάνισης του διαβήτη. Επιπροσθέτως φαίνεται ασκούν ευεργετική επίδραση στο ενδοθήλιο των αγγείων και προστατεύουν από την αθηρωμάτωση. Επίσης φάρμακα κατά της παχυσαρκίας (ορλιστάτη, σιμπουτραμίνη) μπορούν να χορηγηθούν ως πρόσθετη αγωγή σε υπέρβαρους ασθενείς με επιπλέον βελτίωση του γλυκαιμικού προφίλ.

Η δεύτερη κατηγορία φαρμάκων είναι αυτά που αυξάνουν την έκκριση ινσουλίνης από το πάγκρεας (εκκριταγωγά) και περιλαμβάνει τις κλασσικές σουλφονυλουρίες. Τα νέα σκευάσματα αυτής της ‘οικογένειας’ σκοπό έχουν να μειώσουν τα υπογλυκαιμικά επεισόδια αλλά και να καλύψουν σε 24ωρη βάση τις ανάγκες του οργανισμού σε ινσουλίνη.

Νέα σημαντικά εκκριταγωγά φάρμακα είναι η ρεπαγλινίδη και η νατεγλινίδη. Αυτά δρουν με διαφορετικό μηχανισμό από ότι οι σουλφονυλουρίες στην έκκριση της ινσουλίνης. Αυξάνουν γρήγορα και αποτελεσματικά τα επίπεδα της ινσουλίνης στη διάρκεια των γευμάτων με αποτέλεσμα τη βελτίωση του σακχάρου μεταγευματικά. Το μεταγευματικό σάκχαρο που πολλοί ασθενείς αποφεύγουν να μετρήσουν, αλλά που αποτελεί τόσο σημαντικό δείκτη αύξησης των καρδιαγγειακών επιπλοκών.

Η φαρμακευτική αντιμετώπιση με τους κατάλληλους συνδυασμούς για κάθε διαβητικό βοηθά σημαντικά στη ρύθμιση του σακχάρου, την καθυστέρηση των επιπλοκών και της σημαντικής ανεπάρκειας του παγκρέατος για την παραγωγή ινσουλίνης. Στην πράξη, όμως, το 50% των διαβητικών μετά 6ετή αγωγή με αντιδιαβητικά δισκία εμφανίζουν απορύθμιση του σακχάρου, παρ’ότι λαμβάνουν τη μέγιστη επιτρεπόμενη δόση.

Τότε φθάνει η στιγμή που μόνο η εξωγενής χορήγηση ινσουλίνης θα βοηθήσει, αφού προφανώς το πάγκρεας έχει εξαντλήσει τα αποθέματά του σε ενδογενή ινσουλίνη. Τα άτομα που χρειάζονται ινσουλίνη δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι είναι πιο σοβαρά από τους υπόλοιπους.

Σοβαρά είναι μόνο ο αρρύθμιστος διαβητικός

Ένας άλλος μύθος που πρέπει να καταρριφθεί είναι ο «εθισμός» στην ινσουλίνη. Πολλοί διαβητικοί φοβούνται να ξεκινήσουν ινσουλινοθεραπεία από φόβο μήπως τη συνηθίσουν και μετά δεν μπορούν να τη διακόψουν. Με όσα αναφέρθηκαν όμως, γίνεται κατανοητό ότι ο άνθρωπος και η υγεία του εξαρτάται απόλυτα από τα επαρκή επίπεδα ινσουλίνης. Αν δεν μπορούμε να παράγουμε τις ποσότητες που χρειαζόμαστε θα πρέπει να τη πάρουμε εξωγενώς στις ανάλογες ποσότητες. Άρα δεν τη διακόπτουμε, γιατί την έχουμε ανάγκη. Υπάρχουν βεβαίως και περιπτώσεις που χορηγείται ινσουλίνη λόγω οξείας απορύθμισης του σακχάρου για κάποιο διάστημα (π.χ. βαριές χειρουργικές επεμβάσεις, λοιμώξεις, κορτιζονοθεραπεία) και μετά διακόπτεται λόγω ύφεσης της νόσου και επανάκαμψης της λειτουργίας του παγκρέατος.

Η ινσουλινοθεραπεία μπορεί να συνδυασθεί με τη φαρμακευτική αγωγή, ως συμπλήρωμα αυτής, όταν στοιχεία από την κλινική εικόνα και τον εργαστηριακό έλεγχο μας δείχνουν ότι παραμένει εκκριτική ικανότητα στο πάγκρεας. Η σωστή διατροφή και η άσκηση πρέπει να συνεχίζουν να παραμένουν στην πρώτη γραμμή αντιμετώπισης του. Η χορήγηση ινσουλίνης με το κατάλληλο σχήμα έχει ευεργετική επίδραση σωματικά (ευεξία, ζωντάνια) και ψυχολογικά.

Νέες μορφές ινσουλίνης, τα ανάλογα ινσουλίνης, έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια με σκοπό να μιμηθούν, κατά την όσο το δυνατόν πιστότερα το ρυθμό έκκρισης της ινσουλίνης από το ανθρώπινο πάγκρεας. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της ικανότητάς τους για γρήγορη ή αργή ταχύτητα απορρόφησή τους από τα σημεία των ενέσεων. Συγκεκριμένα έχουν δημιουργηθεί ανάλογα ινσουλινών ταχείας δράσης και διάρκειας συνολικά 3 ωρών, οι οποίες δίνονται προγευματικά και επιτυγχάνουν τη γρήγορη πτώση του σακχάρου μεταγευματικά (LISPRO, ASPART), όπως φυσιολογικά συμβαίνει κατά τις αιχμές έκκρισης της ινσουλίνης από το πάγκρεας κατά τη διάρκεια των γευμάτων. Στο βασικό ρυθμό έκκρισης του παγκρέατος σε 24ωρη βάση και σε σταθερά επίπεδα, προσομοιάζει το βραδείας δράσης ανάλογο ινσουλίνης (GLARGINE) που πρόσφατα κυκλοφόρησε στη χώρα μας και φαίνεται ότι μειώνει τον κίνδυνο υπογλυκαιμικών επεισοδίων σε μεγάλη μερίδα ασθενών.

Η έρευνα συνεχίζεται προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς επίσης και σε ανώδυνους τρόπους χορήγησης ινσουλίνης (δισκία από το στόμα κα). Ήδη βέβαια ο τρόπος χορήγησης της ινσουλίνης με τα ‘στυλό’ είναι πιο εύκολος και ανώδυνος από ότι στο παρελθόν.

Οι ανθρώπινες ινσουλίνες ταχείας, ενδιάμεσης δράσης, τα μίγματα αυτών και, τέλος τα ανάλογα ινσουλίνης μας δίνουν τη δυνατότητα ευέλικτων σχημάτων και συνδυασμών με σκοπό τη καλύτερη ρύθμιση των διαβητικών. Ακόμα, έχομε τη δυνατότητα να προσαρμόσουμε σε μεγάλο βαθμό τα σχήματα ινσουλινοθεραπείας στους απαιτητικούς ρυθμούς της ζωής των ανθρώπων στη σημερινή εποχή.

Στόχος όλων των παραπάνω είναι η σωστή μακροχρόνια ρύθμιση του σακχάρου.

Η έγκυρη ενημέρωση, η έγκαιρη διάγνωση στα πρώιμα στάδια του σακχαρώδη διαβήτη, η επιτυχής θεραπευτική παρέμβαση και κυρίως η ψυχολογική στήριξη μαζί με την καλή συνεργασία ασθενούς- ιατρού, οδηγούν αποδεδειγμένα (μελέτη UKPDS) σε σημαντικό μακροπρόθεσμο όφελος για τον ασθενή με βελτίωση της υγείας και της ποιότητας της ζωής του.

Επιστημονική Υπεύθυνος Ενδοκρινολογίας, Ευρωκλινική Αθηνών

  • Share This