Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις – ένα πρόβλημα γένους θηλυκού;

Αρχική / Άρθρα / Ευρωκλινική Αθηνών / Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις – ένα πρόβλημα γένους θηλυκού;
Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις - ένα πρόβλημα γένους θηλυκού;

Οι ουρολοιμώξεις είναι ένα συχνό ιατρικό πρόβλημα , καθώς αποτελούν τη δεύτερη πιο κοινή αιτία μικροβιακής λοίμωξης ασθενών εξωτερικών ιατρείων. Εμφανίζονται τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά, αλλά η επίπτωσή τους στις γυναίκες είναι σαφώς μεγαλύτερη αν λάβουμε υπόψιν μας ότι 1 στις 2 γυναίκες θα παρουσιάσουν ένα επεισόδιο ουρολοίμωξης στη διάρκεια της ζωής τους. Ωστόσο η αληθινή επίπτωσή τους είναι κάπως ασαφής, ο πραγματικός αριθμός είναι πιθανά αρκετά υψηλότερος επειδή περίπου 50% όλων των γυναικών με ουρολοίμωξη δεν επισκέπτονται τον ιατρό τους.

Ταξινόμηση 

Οι ουρολοιμώξεις διακρίνονται σε:

  • Λοιμώξεις του ανώτερου ουροποιητικού ( πυελονεφρίτιδα με ή χωρίς συνοδό νεφρικό ή παρανεφρικό απόστημα)
  • Λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού (κυστίτιδα, ουρηθρίτιδα, προστατίτιδα και ορχεοεπιδιδυμίτιδα)
  • Ιδιαίτερη οντότητα αποτελεί η ασυμπτωματική μικροβιουρία. Δεν αποτελεί πραγματική λοίμωξη, παρά μόνον υποδηλώνει την παρουσία μικροβίων στα ούρα.

Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις

Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις θεωρούνται αυτές οι οποίες χαρακτηρίζονται από επανεμφάνιση συμπτωματικής ουρολοίμωξης μετά την πλήρη κλινική αποδρομή ενός προηγούμενου επεισοδίου και παρά την κατάλληλη θεραπεία. Συνήθως είναι απλές κυστίτιδες και για να χαρακτηριστούν ως υποτροπιάζουσες θα πρέπει να έχουμε περισσότερα από 3 επεισόδια στους προηγούμενους 12 μήνες ή περισσότερα από 2 επεισόδια στο τελευταίο 6μηνο. Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις χωρίς επιπλοκές παρουσιάζονται συνήθως σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας με φυσιολογικό ουροποιητικό σύστημα και χωρίς υποκείμενα προβλήματα υγείας. Ενώ επιπλεγμένες υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις παρουσιάζονται σε ασθενείς με υποκείμενες ανατομικές ή λειτουργικές διαταραχές του ουροποιητικού.

Θα πρέπει πάντα να γίνεται διάκριση υποτροπής και επαναλοίμωξης.

Υποτροπή ορίζεται η επανεμφάνιση των συμπτωμάτων με ταυτόχρονη απομόνωση του ίδιου μικροοργανισμού σε καλλιέργεια, συνήθως εντός 2 εβδομάδων μετά τη θεραπεία, ενώ επαναλοίμωξη θεωρείται η επανεμφάνιση συμπτωμάτων με καλλιέργεια άλλου μικροοργανισμού ή και του ίδιου μετά τη μεσολάβηση αρνητικής καλλιέργειας ούρων.
Παράγοντες κινδύνου: Οι συχνότεροι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση υποτροπών σχετίζονται με:

  • Τη συμπεριφορά και τις συνήθειες του ασθενούς (σεξουαλική συμπεριφορά, χρήση κολπικών διαφραγμάτων, σπερματοκτόνων παραγόντων κ.ά.)
  • Τη γενετική προδιάθεση ( έχει παρατηρηθεί ότι υπάρχει αυξημένη συχνότητα ουρολοιμώξεων εάν στο άμεσο περιβάλλον υπήρχε ένα μέλος που έπασχε από υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις)
  • Την ατροφία κολπικού επιθηλίου λόγω ανεπάρκειας οιστρογόνων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες
  • Μηχανικούς και λειτουργικούς παράγοντες που σχετίζονται με την κένωση της ουροδόχου κύστεως ( ακράτεια ούρων,παρουσία κυστεοκήλης , υπόλειμμα ούρων μετά την ούρηση κ.ά.)

Τη συχνή χρήση αντιβιοτικών. Η κλινική εικόνα περιλαμβάνει συνήθως δυσουρικά ενοχλήματα ( τσούξιμο, κάυσος ή άλγος κατά την ούρηση), συχνουρία, επιτακτική ούρηση, αιματουρία, χωρίς πυρετό ή πόνο στη μέση.

Η λοίμωξη του ουροποιητικού στον πληθυσμό της κοινότητας προκαλείται μέσω της ανιούσας οδού από τη χλωρίδα του πρωκτού, που αποικίζει την περιουρηθρική περιοχή , την ουρήθρα και στη συνέχεια την ουροδόχο κύστη. Παράγοντες που ευνοούν την εγκατάσταση των παθογόνων είναι η βραχεία ουρήθρα, η διαταραχή της φυσιολογικής χλωρίδας και η απουσία γαλακτοβακίλλων στον κόλπο.

Διάγνωση
Για τη διάγνωση απαιτείται λεπτομερής λήψη ιστορικού και εργαστηριακός έλεγχος ο οποίος περιλαμβάνει γενική και καλλιέργεια ούρων και επί θετικού αποτελέσματος, δοκιμασία ευασθησίας στα αντιβιοτικά. Είναι σημαντικό το δείγμα των ούρων να δοθεί κατά τη διάρκεια των συμπτωμάτων και πριν την έναρξη αντιβιοτικής αγωγής. Τα μικρόβια που ευθύνονται συχνότερα για υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις είναι τα: Escherichia Coli (γνωστό ως κολοβακτηρίδιο) σε ποσοστό περίπου 80% , Staphylococcus saprophyticus σε ποσοστό 10-15%, Proteus spp. Klebsiella spp, Enterobacter spp κ.ά. Έχει περιγραφεί ότι στελέχη του μικροβίου Escherichia Coli (ορολογικών ομάδων Ο) εκφράζουν στην επιφάνειά τους ορισμένους λοιμογόνους παράγοντες καθώς και παράγοντες προσκόλλησης στο ουροθήλιο των ασθενών με αποτέλεσμα να ευθύνονται για την εμφάνιση υποτροπιαζουσών ουρολοιμώξεων. Συνιστάται επανάληψη της καλλιέργειας ούρων σε 15 ημέρες για τεκμηρίωση της εκρίζωσης ή επιμονής του μικροβίου.

Σε απουσία επιπλοκών δεν κρίνεται απαραίτητος περαιτέρω εργαστηριακός έλεγχος σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ο έλεγχος συμπληρώνεται με υπερηχογράφημα νεφρών-κύστεως, ουροδυναμική μελέτη και γυναικολογική εξέταση.

Οι υποτροπές συχνά παρουσιάζουν χρονική συρροή κι ακολουθούνται από περιόδους υφέσεως. Οι υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις χωρίς υποτροπές δεν επιβαρύνουν την νεφρική λειτουργία και δεν οδηγούν σε νεφρική ανεπάρκεια.
Θεραπεία

Η θεραπεία της απλής κυστίτιδας σε ασθενείς που εμφανίζουν υποτροπές γίνεται με αντιμικροβιακή αγωγή βάσει αντιβιογράμματος και λήψη υγρών. Για την πρόληψη των υποτροπών γίνεται αξιολόγηση του ιστορικού του ασθενούς και μπορεί να δοθεί χημειοπροφύλαξη. Εναλλακτικά προτείνεται η λήψη χυμού ή άλλων συμπυκνωμένων προϊόντων φραγκοστάφυλου (Cranberries). Ο χυμός φραγκοστάφυλου περιέχει προανθοκυανίδες τύπου Α που αναστέλλουν την προσκόλληση των μικροβίων στο ουροθήλιο και υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι η συστηματική χρήση τους μειώνει την επίπτωση των ουρολοιμώξεων.

Διευθύντρια Εργαστηρίων Βιοπαθολογίας
  • Share This