Καρκίνος Ουροδόχου Κύστεως

Home / Άρθρα / Ευρωκλινική Αθηνών / Καρκίνος Ουροδόχου Κύστεως

Καρκίνος Ουροδόχου Κύστεως

Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως είναι ο ένατος συχνότερος καρκίνος στον κόσμο. Είναι το δεύτερο πιο συχνό νεόπλασμα του ουροποιητικού συστήματος μετά τον καρκίνο του προστάτη. Στους άνδρες είναι 4 φορές συχνότερος από ότι στις γυναίκες.
Το 2012, εκτιμήθηκε ότι 14,1 εκατομύρια άνθρωποι παγκοσμίως έπασχαν από καρκίνο της ουοροδόχου κύστεως, από τους οποίους οι 330.000 αφορούσαν νέες διαγνώσεις. Στην Ευρώπη, η επίπτωση της νόσου είναι 10 έως 29 περιστατικά ανά 100.000 ασθενείς ετησίως και η θνησιμότητα 5 έως 8 περιστατικά ανά 100.000 ασθενείς ετησίως.

Αίτια

Σαφής αιτιολογία δεν υπάρχει. Υπάρχουν κάποιοι παράγοντες κινδύνου που αυξάνουν τις πιθανότητες εμφάνισης της νόσου.

  • Το κάπνισμα. Οι καπνιστές διατρέχουν 2.5 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο σε σχέση με τους μη καπνιστές. Επιπλέον εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο υποτροπής.
  • Η έκθεση σε χημικές ουσίες στο χώρο εργασίας.
  • Η αύξηση της ηλικίας, φάρμακα, μακροχρόνιες λοιμώξεις της ουροδόχου κύστεως.

 

Συμπτώματα

  • Αιματουρία (συνήθως ανώδυνη)
  • Συχνουρία
  • Επώδυνη ούρηση

Παρόμοια συμπτώματα μπορούν να εμφανιστούν επίσης σε πολλές άλλες παθήσεις. Πολλές φορές είναι ασυμπτωματικός και μπορεί να ανακαλυφθεί σε τυχαίους ελέγχους.

Διάγνωση

Η διάγνωση γίνεται με Κυστεοσκόπηση και Βιοψία ουροδόχου κύστεως καθώς και με σημαντικές διαγνωστικές εξετάσεις όπως η γενική εξέταση ούρων, κυτταρολογική εξέταση ούρων, υπερηχογράφημα, αξονική τομογραφία.

Οι συνηθέστεροι ιστολογικοί τύποι στο καρκίνωμα της ουροδόχου κύστεως είναι οι ακόλουθοι:

  • Ουροθηλιακό καρκίνωμα (περισσότερο από 90% όλων των περιπτώσεων)
  • Καρκίνωμα από πλακώδη κύτταρα
  • Αδενοκαρκίνωμα
  • Καρκίνωμα in situ

Πολλές φορές πρέπει να γίνεται επαναληπτική κυστεοσκόπηση στις 2-6 εβδομάδες μετά την μη πλήρη αρχική εκτομή ή όταν αυτή ανέδειξε (high grade) όγκο ή Τ1 όγκο.

Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως διαχωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες:

  1. Επιφανειακός ή μη διηθητικός καρκίνος της κύστεως.
  2. Διηθητικός καρκίνος της κύστεως.

Τα περισσότερα περιστατικά παρουσιάζονται ως επιφανειακοί καρκίνοι (θηλώματα) που απαιτούν μόνο τοπική θεραπεία. Παρόλα αυτά, το 25% των περιστατικών είναι διηθητικοί καρκίνοι, ενώ το 5% παρουσιάζονται υπό μορφή μεταστατικής νόσου.

Θεραπεία

Το είδος της θεραπείας εξαρτάται από το στάδιο της νόσου και τη γενική κατάσταση της υγείας του ασθενή.

Επιφανειακός καρκίνος: Η θεραπεία γίνεται με διουρηθρική αφαίρεση του όγκου και μπορεί συμπληρωματικά να χρειασθεί να γίνουν ενδοκυστικές εγχύσεις (χημειοθεραπεία ή ανοσοθεραπεία). Η συχνότητα και η διάρκεια των ενδοκυστικών εγχύσεων διαφέρουν ανάλογα με το πρωτόκολλο που εφαρμόζει κάθε γιατρός. Η παρακολούθηση γίνεται με εξετάσεις ούρων, κυτταρολογικές ούρων, υπερηχογράφημα και κυστεοσκόπηση. Στόχος είναι η πρώιμη ανεύρεση νέων βλαβών και η αφαίρεση τους.

Διηθητικός καρκίνος: Αποτελεί την πιο επικίνδυνη μορφή. Η θεραπεία του διηθητικού καρκίνου της ουροδόχου κύστεως μπορεί να γίνει με: 1. Ριζική κυστεκτομή, 2. Χημειοθεραπεία, 3. Χημειοθεραπεία σε συνδυασμό με ακτινοβολία, 4. Ανοσοθεραπεία, 5. Συνδυασμός ριζικής κυστεκτομής και χημειοθεραπείας.

Ριζική κυστεκτομή: Η αντιμετώπιση του διηθητικού καρκίνου είναι χειρουργική. Είναι η προτεινόμενη θεραπευτική μεταχείρηση για τον εντοπισμένο καρκίνο της κύστεως. Στη ριζική κυστεκτομή αφαιρείται η ουροδόχος κύστη, ο προστάτης με τις σπερματοδόχους κύστεις στον άνδρα και στις γυναίκες αφαιρείται και η μήτρα, εξαρτήματα και το πρόσθιο τμήμα του κόλπου. Η επέμβαση συνοδεύεται πάντοτε από Λεμφαδενικό καθαρισμό, η έκταση του οποίου εξαρτάται από τον χειρουργό. Σε όλους τους Τ1 όγκους με υψηλό κίνδυνο εξέλιξης (πχ εκείνους που είναι υψηλού βαθμού, πολυεστιακοί, με παρουσία in situ) η άμεση ριζική κυστεκτομή είναι μία επιλογή.
Ορισμένες φορές χρειάζεται να γίνει παρηγορητική κυστεκτομή για ανακούφιση από τα συμπτώματα.

Υπάρχουν δύο κύριες τεχνικές αποκατάστασης αποβολής των ούρων:

  1. Δημιουργία νέας κύστης από τμήμα λεπτού εντέρου, όπου τα ούρα εξέρχονται μέσω της ουρήθρας (ορθότοπη νεοκύστη) ή μέσω του δέρματος (ουρητηρο- εντεροστομία).
  2. Ουρητηροδερμοστομία όπου οι ουρητήρες εκβάλλουν στο δέρμα, είτε με ένα κοινό στόμιο, είτε με δύο διαφορετικά στόμια.
  • Όλες αυτές οι τεχνικές έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Η επέμβαση μπορεί να γίνει με ανοικτή τομή ή λαπαροσκοπικά με τη χρήση ρομπότ.
  • Ο τύπος της εκτροπής των ούρων δεν επηρεάζει την ογκολογική έκβαση.
  • Καθυστέρηση της χειρουργικής θεραπείας μπορεί να ελαττώσει το ποσοστό επιβίωσης.

Χημειοθεραπεία

Είναι απαραίτητη και επιβάλλεται σε μεταστατική νόσο. Σε πολλές περιπτώσεις χρειάζεται πριν την χειρουργική επέμβαση, επικουρικά. Η νέα επικουρική χημειοθεραπεία βελτίωσε τη συνολική επιβίωση κατά 5-7% στα 5 χρόνια. Η νεοεπικουρική χημειοθεαπεία δεν συστήνεται σε ασθενείς με performance status (PS) >2 και μειωμένη νεφρική λειτουργία.

Χημειοθεραπεία σε συνδυασμό με ακτινοβολίες: Αυτή η μέθοδος εφαρμόζεται σε ασθενείς που αρνούνται ή δεν τους επιτρέπει η γενικής τους κατάσταση να υποβληθούν σε κυστεκτομή.

  • Προεγχειρητική ακτινοθεραπεία δεν πρέπει να χορηγείται.
  • Η θεραπεία επιλογής για ανεγχείρητη, μεταστατική ή υποτροπιάζουσα νόσο είναι η συμπτωματική χημειοθεραπεία.
Καραγιάννης Αριστείδης, Διευθυντής Α' Ουρολογικού Τμήματος, Ευρωκλινική Αθηνών

Για να κλείσετε ραντεβού ή να ενημερωθείτε περαιτέρω καλέστε στο 210 64.16.139 (Δευτ. – Παρ. 9:00-17:00) ή πατήστε:

  • Share This