Στρες και άγχος στη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα

Αρχική / Άρθρα / Ευρωκλινική Αθηνών / Παθολογία / Στρες και άγχος στη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα
logo-group-greek

Στρές και άγχος στη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα

Η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα είναι ένα χρόνιο νόσημα που εκδηλώνεται κατά κανόνα με συμμετρική αρθρίτιδα μικρών και μεγάλων αρθρώσεων. Προσβάλει συχνότερα γυναίκες και μπορεί να εμφανισθεί σε όλες τις ηλικίες. Αντιμετωπίζεται με χρόνια φαρμακευτική αγωγή. Ανήκει στην μεγάλη οικογένεια των αυτοάνοσων νοσημάτων.

Τα αυτοάνοσα νοσήματα είναι παθολογικές καταστάσεις όπου το αμυντικό μας σύστημα στρέφεται εναντίον μορίων και κυττάρων του ίδιου του οργανισμού με αποτέλεσμα να δημιουργούνται βλάβες σε όργανα του σώματός μας όπως είναι οι αρθρώσεις, το δέρμα, οι νεφροί, οι ενδοκρινείς αδένες, οι πνεύμονες, η καρδιά, το κεντρικό νευρικό σύστημα. Αυτοάνοσα νοσήματα εκτός από τη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα είναι ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος, η Αυτοάνοση Θυρεοειδίτιδα, το Σύνδρομο του Sjogren, το Σκληρόδερμα, η Μυασθένια και άλλα.

Τόσο από καλά τεκμηριωμένες επιστημονικές μελέτες όσο και από ατομικές παρατηρήσεις φαίνεται ότι πολλά αυτοάνοσα νοσήματα όπως είναι η Ρευματοειδής αρθρίτιδα, το σύνδρομο Sjogren, και τα αυτοάνοσα νοσήματα του θυρεοειδή αδένα αρχίζουν ή επιδεινώνονται μετά από ψυχική καταπόνηση (στρες). Έντονη ψυχική καταπόνηση δημιουργείται από απώλεια αγαπημένου προσώπου, ανεπιθύμητο διαζύγιο, σοβαρή επαγγελματική ή οικογενειακή πίεση ή οικονομική καταστροφή.

Σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80% ασθενών με Ρευματοειδή Αρθρίτιδα, έχει παρατηρηθεί ότι έχουν προηγηθεί της εμφάνισης των εκδηλώσεων της νόσου γεγονότα μεγάλης ή μικρότερης ψυχικής έντασης. Επίσης σε ένα ποσοστό γύρω στα 60% των ασθενών με Ρευματοειδή αρθρίτιδα ενώ βρίσκονται σε ύφεση, υπό φαρμακευτική αγωγή, γεγονότα της καθημερινής ζωής που μπορεί να προκαλέσουν μικρή ψυχική ένταση ή αρνητική διάθεση, όπως π.χ. πίεση στις εργασιακές σχέσεις, βίωση της προσπάθειας των εξετάσεων των παιδιών κλπ, μπορεί να προκαλέσουν έξαρση των εκδηλώσεων της νόσου.

Κάθε άτομο αντιδρά διαφορετικά σε τέτοια ερεθίσματα. Η απάντηση του ατόμου στους διάφορους τύπους και εντάσεις του στρες εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες, όπως το γενετικό υπόστρωμα, η ανάπτυξη της προσωπικότητας, η έκθεση σε πρότερες εμπειρίες, η οργανική κατάσταση του οργανισμού όταν εκτίθεται στο ερέθισμα και άλλοι. Σε ορισμένα άτομα επισυμβαίνουν οργανικές διεργασίες οι οποίες δεν είναι πλήρως κατανοητές που μπορεί να συμβάλλουν στην έκφραση όχι μόνο παροδικών διαταραχών αλλά και νοσηρών καταστάσεων.

Φυσιολογικά, σαν αντίδραση στην ψυχολογική καταπόνηση ο οργανισμός ενεργοποιεί την παραγωγή και κυκλοφορία στο αίμα κάποιων ουσιών όπως είναι η κυτταροκίνη ιντερλευκίνη 6, ή επινεφρίνη και άλλες. Οι κυτταροκίνες είναι ουσίες που παράγονται από διάφορα κύτταρα του οργανισμού, κυρίως του ανοσολογικού συστήματος και μεταφέρουν σε άλλα κύτταρα των διαφόρων οργάνων μηνύματα ενεργοποίησης ή καταστολής. Είναι υπεύθυνες σε μεγάλο βαθμό για τη διατήρηση ενός δικτύου επικοινωνίας όλου του οργανισμού. Ορισμένες από αυτές τις ουσίες όπως είναι η ιντερλευκίνη 6 είναι δυνατόν να δρουν διπλά, προκαλώντας αφ’ ενός «αναστάτωση και δυσθυμία» και αφ’ εταίρου ευοδώνοντας και συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της φλεγμονής. Στους ασθενείς με Ρευματοειδή Αρθρίτιδα η απάντηση αυτή είναι πολύ πιο έντονη και τα επίπεδα αυτών των ουσιών στο αίμα πολύ ψηλότερα από αυτά που παρατηρούνται στα υγιή άτομα. Έτσι ένας ασθενής μπορεί ενώ βρίσκεται σε ύφεση, μετά από μια στενοχώρια να παραπονείται για πόνο, οίδημα και δυσκαμψία των αρθρώσεων.

Άγχος και στρές είναι δύο έννοιες που σχετίζονται μεταξύ τους. Το άγχος είναι μια αντίδραση στο στρες. Πολλές φορές μικρής έντασης άγχος μπορεί να βοηθήσει κάποιον να αντιμετωπίσει μια πιεστική κατάσταση στο γραφείο, να μελετήσει πιο εντατικά για τις εξετάσεις, να συγκεντρώνεται όταν δίνει μια σημαντική ομιλία. Όταν όμως το άγχος γίνεται ένας υπερβολικός, παράλογος φόβος για τις καταστάσεις της καθημερινότητας, αυτό γίνεται μια διαταραχή που οδηγεί σε ανικανότητα.

Υπάρχουν αρκετές επιστημονικές μελέτες που καταδεικνύουν μία σημαντική σχέση του άγχους με τη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα. Το ποσοστό των ασθενών με Ρευματοειδή Αρθρίτιδα που εμφανίζει άγχος κυμαίνεται από 20-30 %.
Οι διαταραχές του άγχους γενικά θεωρείται ότι αποτελούν πρωτοπαθείς διαταραχές, δηλαδή υπάρχουν ανεξάρτητα από την συνυπάρχουσα νόσο. Στη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Ο χρόνιος πόνος, ο περιορισμός των κινήσεων, η μεταβολή των συμπτωμάτων αυτών μέσα στην ημέρα ή σε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα καθώς και η μη προκαθορισμένη πορεία της νόσου μπορούν να συμβάλουν και να αυξήσουν την πιθανότητα εμφάνισης κλινικά σημαντικών ψυχικών διαταραχών όπως είναι το άγχος. Πάντα όμως υπάρχει το ερώτημα αν η νόσος είναι αυτή που προκαλεί αυτή την ψυχολογική συνδρομή ή τα άτομα αυτά χαρακτηρίζονται από μία αγχώδη προσωπικότητα ήδη πριν εμφανισθεί η νόσος. Καλά τεκμηριωμένες επιστημονικές μελέτες που να μας δίνουν στοιχεία εκδήλωσης διαταραχών άγχους πριν από την έναρξη της νόσου δεν υπάρχουν και είναι και δύσκολο να επιτελεσθούν. Επίσης δεν υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που να μας επιτρέπουν τη συσχέτιση του γενετικού υποστρώματος των ασθενών με Ρευματοειδή Αρθρίτιδα και της εμφάνισης του άγχους. Αυτό που έχει παρατηρηθεί σε επιστημονικές μελέτες είναι ότι οι ασθενείς που εμφανίζουν Ρευματοειδή Αρθρίτιδα σε νεώτερη ηλικία, εκδηλώνουν σε μεγαλύτερο ποσοστό άγχος σε σχέση με αυτούς που η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα αρχίζει σε μεγαλύτερη ηλικία. Επίσης το άγχος στους ασθενείς με Ρευματοειδή Αρθρίτιδα είναι πολύ πιο έντονο από αυτό που παρατηρείται σε άλλα άτομα που εκδηλώνουν άγχος και σχετίζεται σε υψηλό ποσοστό και με την παρουσία κατάθλιψης.

Το άγχος αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τη θεραπεία της νόσου. Γενικά οι ασθενείς που έχουν χρόνια νοσήματα και εκδηλώνουν άγχος εμφανίζουν πιο συχνά παρενέργειες στη φαρμακευτική αγωγή που τους χορηγείται. Ανεξάρτητα από τις παρενέργειες αυτές καθ΄αυτές στη φαρμακευτική αγωγή, φαίνεται ότι το άγχος και η κατάθλιψη αποτελούν ανεξάρτητους παράγοντες που συμβάλλουν στη μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης των ασθενών.

Διευθύντρια, Παθολογικής Κλινικής και Τμήματος Αυτοάνοσων Νοσημάτων της Ευρωκλινικής Αθηνών

  • Share This