Καρδιακή ανεπάρκεια

Καρδιακή ανεπάρκεια

Όπως παραπέμπει ο όρος, καρδιακή ανεπάρκεια είναι η ανικανότητα-ανεπάρκεια της καρδιάς να επιτελέσει την λειτουργία της ως διπλής αντλίας. Κατά συνέπεια, πρόκειται για την αδυναμία της καρδιάς να εφοδιάσει τους ιστούς του σώματος με την απαραίτητη ποσότητα αίματος, λόγω μείωσης της λειτουργικότητάς (δύναμης) της. Τα κυριότερα αίτια τα οποία «καταστρέφουν» την καρδιά είναι: Η στεφανιαία νόσος, δηλαδή η χρόνια απόφραξη ή στένωση των αρτηριών που τροφοδοτούν με αίμα την ίδια την καρδιά, το έμφραγμα του μυοκαρδίου, δηλαδή η νέκρωση κάποιου τμήματος της καρδιάς, η αυξημένη αρτηριακή πίεση, οι βαλβιδοπάθειες, δηλαδή η δυσλειτουργία των βαλβίδων της καρδιάς, οι μυοκαρδιοπάθειες που οφείλονται σε γενετικά αίτια, λοιμώξεις των βαλβίδων (ενδοκαρδίτιδα) ή του καρδιακού μυός (μυοκαρδίτιδα), κλπ. Συνεπώς, οι ασθενείς οι οποίοι πάσχουν από κάποιο από τα παραπάνω νοσήματα θα πρέπει να ακολουθούν πιστά τις οδηγίες των γιατρών τους, γιατί ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος της εξέλιξης της νόσου τους σε καρδιακή ανεπάρκεια.

Πόσο συχνή είναι η καρδιακή ανεπάρκεια ; Επιδημιολογία καρδιακής ανεπάρκειας
Ο αριθμός όλων των περιπτώσεων καρδιακής ανεπάρκειας στο γενικό πληθυσμό υπολογίζεται σε 3-20 ανά 1.000 άτομα. Ο επιπολασμός αυξάνει με την ηλικία, ώστε να υπάρχουν 30-130 ασθενείς ανά 1.000 άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών. Υπολογίζεται ότι στην Ελλάδα πιθανότατα υπάρχουν 200.000 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και 30.000 περίπου νέες περιπτώσεις κάθε χρόνο. Η καρδιακή ανεπάρκεια είναι μια κακοήθης νόσος, πολλές φορές με χειρότερη πρόγνωση ακόμη και από τον καρκίνο. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι η επιβίωση των ασθενών με τελικού σταδίου καρδιακή ανεπάρκεια στα 4 έτη είναι μόλις 50%. Η απορρύθμιση των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια είναι πολύ σημαντική, καθότι ξεκινά μια κλινική «κατηφόρα» του ασθενούς με ενδονοσοκομειακή θνητότητα 3-7% και θνητότητα 3 μηνών περί το 25%. Από τους ασθενείς αυτούς σε διάστημα ενός χρόνου το 40% είτε πεθαίνει είτε επανεισάγεται με επιδείνωση των συμπτωμάτων και της νόσου.

Ποια είναι τα συμπτώματα της νόσου;
Το βασικό σύμπτωμα της καρδιακής ανεπάρκειας είναι η μειωμένη ανοχή στην κόπωση, ένεκα είτε δύσπνοιας (επειδή το αίμα λιμνάζει στους πνεύμονες), είτε καταβολής και αδυναμίας (επειδή η οξυγόνωση των μυών είναι ανεπαρκής). Ο ασθενής αισθάνεται λαχάνιασμα το οποίο είναι ένα σύμπτωμα που παρατηρείται αρχικά κατά την άσκηση και εν συνεχεία κατά την ηρεμία. Πολλές φορές η δύσπνοια μπορεί να προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της ορθόπνοιας, δηλαδή αδυναμία του ασθενούς να ξαπλώσει και ανακούφισή του όταν ανασηκώνεται και κάθεται. Μερικές φορές η δύσπνοια παρατηρείται αιφνίδια το βράδυ, γίνεται πολύ σοβαρή και ο ασθενής συνήθως χρησιμοποιεί πολλά μαξιλάρια για να κοιμηθεί ή μπορεί να σηκώνεται το βράδυ και να κάθεται καθιστός στο κρεβάτι του. Συνυπάρχοντα συμπτώματα μπορεί να είναι πόνος στο στήθος-στηθάγχη, κόπωση και αίσθημα αδυναμίας. Το χαρακτηριστικότερο σημείο της καρδιακής ανεπάρκειας είναι η κατακράτηση υγρών, η οποία εκδηλώνεται με οιδήματα στα κάτω άκρα (πρησμένα πόδια), ασκίτη (πρησμένη με υγρό κοιλιά) και απότομη και αδικαιολόγητη αύξηση βάρους.
Πως γίνεται η διάγνωση και η παρακολούθηση της καρδιακής ανεπάρκειας;
Με την κλινική εξέταση ο γιατρός θα υποψιασθεί την παρουσία καρδιακής ανεπάρκειας, θα χρειασθούν, όμως, και κάποιες εξετάσεις προκειμένου να επιβεβαιωθεί η διάγνωση και να καθορισθούν η πρόγνωση και οι θεραπευτικές δυνατότητες. Το ηλεκτροκαρδιογράφημα μπορεί να συμβάλλει στην διάγνωση, μολονότι πολλές φορές είναι σχεδόν φυσιολογικό. Η ακτινογραφία θώρακος μπορεί να αποκαλύψει μια διατεταμένη καρδιά ή την παρουσία υγρού στους πνεύμονες ή και πνευμονικό οίδημα. Ο προσδιορισμός στο αίμα ενός νατριουρητικού πεπτιδίου -του BNP- μπορεί να βοηθήσει στην διαφορική διάγνωση μιας δύσπνοιας, αν, δηλαδή, είναι καρδιακής ή αναπνευστικής αρχής. Τιμές BNP<80pg/ml πρακτικά αποκλείουν την παρουσία καρδιακής ανεπάρκειας. Τέλος, με το υπερηχογράφημα καρδιάς (triplex καρδιάς) μπορούμε να «δούμε» σε πραγματικό χρόνο-live πώς ακριβώς λειτουργεί η καρδιά και σήμερα αποτελεί την κατεξοχήν αποδεικτική εξέταση της καρδιακής ανεπάρκειας. Με την μέθοδο αυτή τίθεται η διάγνωση και παρακολουθείται η ανταπόκριση στην φαρμακευτική αγωγή.
Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει, επίσης, να εξετάζονται με το stress echo ή το σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου ή τη Μαγνητική Τομογραφία Καρδιάς για παρουσία ζωντανών τμημάτων στην καρδιά τα οποία χρειάζονται επαναιμάτωση (μελέτη βιωσιμότητας ή/και ισχαιμίας). Αν διαπιστωθεί ισχαιμία, ο ασθενής θα πρέπει να υποβάλλεται σε στεφανιογραφία με την προοπτική της επαναιμάτωσης είτε με αγγειοπλαστική (μπαλονάκι) είτε με αορτοστεφανιαία παράκαμψη (by pass). Τέλος οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και συμπτωματολογία ζάλης ή απώλειας των αισθήσεων θα πρέπει να εξετάζονται με Holter 24ωρης καταγραφής του ρυθμού για ενδεχόμενη παρουσία κακοήθων αρρυθμιών, οπότε απαιτείται η εμφύτευση απινιδιστή, δηλαδή μιας συσκευής η οποία εμφυτεύεται σαν τον βηματοδότη και «ρίχνει ρεύμα» στην καρδιά, όταν χρειασθεί αποτρέποντας έτσι τον αιφνίδιο θάνατο.

Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να εξετάζονται σε τακτά διαστήματα με βιοχημικές αναλύσεις ούτως ώστε να ελέγχονται ο αιματοκρίτης, καθότι η αναιμία επιδεινώνει την καρδιακή ανεπάρκεια, το κάλιο και το νάτριο, αφού η υποκαλιαιμία από τα διουρητικά αποτελεί συνήθη αιτία για αιφνίδιο θάνατο, και η νεφρική λειτουργία με την ουρία και την κρεατινίνη, οι οποίες δεικνύουν αν υπάρχει αφυδάτωση ή υπερφόρτωση σε υγρά, ώστε να κατευθύνεται η χορήγηση διουρητικών, ακόμη και σε εξωνοσοκομειακή βάση.
Θεραπεία καρδιακής ανεπάρκειας
Κατά πρώτον, βασικό μέλημα θα πρέπει να είναι η ανεύρεση της αιτίας της καρδιακής ανεπάρκειας, ώστε να υπάρξει αιτιολογική θεραπεία. Ανεξάρτητα, όμως, από την αιτία της καρδιακής ανεπάρκειας, οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με την χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής και να εκπαιδεύονται στις κατάλληλες υγιεινοδιαιτητικές συνήθειες. Η θεραπεία θα μειώσει το αίσθημα αδυναμίας και τη δύσπνοια, θα βελτιώσει την ικανότητα προς άσκηση, θα επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου και θα αυξήσει την επιβίωση.
Υγιεινοδιαιτητικά μέτρα
1. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι ενημερωμένοι για τη κατάσταση τους, καθώς και για την φαρμακευτική τους αγωγή τους (τη δράση των φαρμάκων, τις δόσεις και τις παρενέργειές τους).
2. Το κάπνισμα φυσικά θα πρέπει να απαγορεύεται αυστηρά.
3. Οι παχύσαρκοι ασθενείς θα πρέπει να μειώσουν το βάρος τους. Θα πρέπει να ζυγίζονται καθημερινά και να συμβουλεύονται τον γιατρό τους σε κάθε περίπτωση αύξησης του βάρους του πάνω από 1,5- 2 κιλά σε μια εβδομάδα.
4. Η κατανάλωση άλατος θα πρέπει να είναι αυστηρά μειωμένη στα άτομα με καρδιακή ανεπάρκεια.
5. Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια λόγω στεφανιαίας νόσου θα πρέπει να ακολουθούν υπολιπιδαιμική δίαιτα.
6. Αποφυγή σωματικής κοπώσεως σε αρρώστους πού έχουν καρδιακή κάμψη. Οι ασθενείς με μετρίου βαθμού καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να ενθαρρύνονται να ασκούνται, πάντα, όμως, έπειτα από συνεννόηση με το γιατρό.
7. Έλεγχος και σωστή ρύθμιση της αρτηριακής πιέσεως.Σε οιαδήποτε μορφή καρδιακής ανεπάρκειας, είναι απολύτως απαραίτητη η αντιμετώπιση της συνυπάρχουσας αρτηριακής υπερτάσεως, η οποία πολλές φορές μπορεί να είναι η αιτία της ανεπάρκειας.
8. Έλεγχος και ρύθμιση αυξημένης καρδιακής συχνότητας ή αρρυθμιών.
9. Η κατανάλωση αλκοόλ θα πρέπει να αποφεύγεται.
10. Θα πρέπει να γίνεται πρόληψη λοιμώξεων οι οποίες προκαλούν απορρύθμιση της νόσου. Υπάρχει ένδειξη για εμβολιασμό με το ισόβιο εμβόλιο για τον πνευμονιόκοκκο και κατά έτος με το αντιγριπικό εμβόλιο.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ Γ' ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ
  • Share This