Κοκκύτης, μία νόσος που δεν έφυγε

Αρχική / Άρθρα / Ευρωκλινική Παίδων / Παιδιατρική / Κοκκύτης, μία νόσος που δεν έφυγε
logo-group-greek

Κοκκύτης, μία νόσος που δεν έφυγε

Ο κοκκύτης είναι μια βακτηριακή λοίμωξη που αφορά το αναπνευστικό σύστημα και μεταδίδεται με το βήχα και το φτέρνισμα. Ξεκινά συχνά όπως το κοινό κρυολόγημα, αλλά μπορεί να γίνει απειλητική για τη ζωή λοίμωξη, ειδικά για βρέφη ηλικίας κάτω του ενός έτους. Κάθε χρόνο παρατηρούνται διεθνώς 30-50 εκατομμύρια κρούσματα κοκκύτη και περίπου 300000 θάνατοι από τη συγκεκριμένη νόσο.

Πώς μεταδίδεται
Οφείλεται στον αιμόφιλο του κοκκύτη (BORDETELLA PERTUSSIS – αρνητικός κατά Gram κοκκοβάκιλλος) και είναι μια εξαιρετικά μεταδοτική νόσος. Μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο με τα σταγονίδια του βήχα ή του φτερνίσματος. Οι πάσχοντες από κοκκύτη είναι πιο πιθανό να μεταδώσουν τη νόσο κατά τη διάρκεια του καταρροϊκού σταδίου, καθώς και τις δυο πρώτες εβδομάδες από την έναρξη του βήχα (περίπου 21 ημέρες). Μετά σταδιακά η μεταδοτικότητα μειώνεται και γίνεται ασήμαντη σε 3 εβδομάδες περίπου, παρά την επιμονή παροξυσμικού βήχα με συριγμό. Εάν γίνει έναρξη αγωγής με αντιβιοτικά (μακρολίδες), οι ασθενείς παύουν να είναι μεταδοτικοί 5 ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας.

Τα στάδια της νόσου και τα συμπτώματα
Κλινική εικόνα: Η επώαση της νόσου διαρκεί 1-3 εβδομάδες και η κλινική εικόνα διακρίνεται σε 3 στάδια: Στο 1ο στάδιο ή καταρροϊκό (1-2 εβδομάδες) που χαρακτηρίζεται από ήπιο πυρετό και συμπτώματα λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού, όπως καταρροή, επιπεφυκίτιδα και ήπιο βήχα. Στο 2ο στάδιο ή παροξυσμικό (2-6 εβδομάδες) που χαρακτηρίζεται από προοδευτικά επιδεινούμενες κρίσεις παροξυσμικού βήχα οι οποίες ακολουθούνται από εισπνευστικό συριγμό και συχνά εμετό. Κατά τις κρίσεις αυτές το βρέφος μπορεί να παρουσιάσει παρατεταμένη άπνοια ή κυάνωση. Το 3ο στάδιο ή στάδιο ανάρρωσης (εβδομάδες έως μήνες) χαρακτηρίζεται από βαθμιαία εξασθένηση των κρίσεων μέχρι να υποχωρήσουν τελείως. Η κλινική εικόνα είναι ύπουλη στα βρέφη, μπορεί να εμφανιστεί ως άπνοια, βραδυκαρδία ή επεισόδια κυάνωσης χωρίς βήχα, ενώ στους εφήβους δεν διακρίνονται τα στάδια της νόσου και παρουσιάζεται ως παρατεινόμενος βήχας.

Οι επιπλοκές
Είναι συχνότερες στα βρέφη και τα εξασθενημένα παιδιά και αφορούν κυρίως το αναπνευστικό και το κεντρικό νευρικό σύστημα. Συχνότερη επιπλοκή στα βρέφη είναι η πνευμονία (20%), η δυσκολία σίτισης, οι σπασμοί (2%), η εγκεφαλοπάθεια (0.5%) και η εμφάνιση κήλης, ενώ στους εφήβους και ενήλικες είναι τα συγκοπτικά επεισόδια, οι διαταραχές ύπνου, τα κατάγματα πλευρών, η ακράτεια, η πνευμονία και η στηθάγχη.

Οι δυσκολίες της διάγνωσης
Η διάγνωση του κοκκύτη είναι κατ ́ εξοχήν κλινική μια και η εργαστηριακή τεκμηρίωση είναι δύσκολη και καθυστερεί. Στηρίζεται συνήθως στο χαρακτηριστικό ιστορικό, την κλινική εικόνα και τη χαρακτηριστική αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων στη γενική αίματος με υπεροχή των λεμφοκυττάρων. Ωστόσο σε άτυπες περιπτώσεις καθώς και σε αυτές που η κλινική εικόνα διαφοροποιείται λόγω εμβολιασμού ο εργαστηριακός έλεγχος είναι χρήσιμος. Το καλύτερο κριτήριο εργαστηριακής διάγνωσης είναι η απομόνωση της B. pertussis σε καλλιέργεια από δείγμα εν τω βάθει ρινοφαρυγγικού εκκρίματος . Πρέπει να λαμβάνεται στις πρώτες 3 εβδομάδες της νόσου. Αρνητική καλλιέργεια δεν αποκλείει τη νόσο. Η PCR που ανιχνεύει αντιγόνα έχει μεγαλύτερη ευαισθησία (80-100%), είναι πιο ταχεία και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μετέπειτα χρονικό στάδιο. Οι ορολογικές εξετάσεις έχουν μικρή διαγνωστική αξία. (τετραπλασιασμός των τίτλων ειδικών αντισωμάτων IgG και ΙgM)

Η αντιμετώπιση
Η κύρια θεραπεία είναι υποστηρικτική, χορηγούνται πολλά υγρά, μικρά και συχνά γεύματα, ενώ ως αντιμικροβιακή αγωγή συνιστάται ερυθρομικίνη για 14 ημέρες, κλαριθρομυκίνη για 7 ημέρες ή αζιθρομυκίνη για 5 ημέρες. Η αντιμικροβιακή αγωγή τροποποιεί την νόσο και μειώνει την μεταδοτικότητα εάν χορηγηθεί στο καταρροϊκό στάδιο. Τα βρέφη κάτω των 6 μηνών πρέπει να νοσηλεύονται.

Η σημασία της πρόληψης
Η καλύτερη αντιμετώπιση του κοκκύτη είναι η πρόληψη. Απαραίτητος είναι ο εμβολιασμός όλων των βρεφών με το εμβόλιο διφθερίτιδας – τετάνου – ακυτταρικό κοκκύτη (DTaP) σε 3 βασικές δόσεις και 2 επαναληπτικές (18 μηνών και 4-6 ετών). Για τους εφήβους και ενήλικες κυκλοφορούν 2 εμβόλια με μειωμένη περιεκτικότητα σε διφθερίτιδα και κοκκύτη (Τdap). Και τα δύο έχουν τις ίδιες ενδείξεις. Χορηγούνται σε μία δόση σε όλα τα άτομα πέραν των 11 χρόνων, ακόμη και σε άτομα άνω των 65 χρόνων. Επίσης παιδιά 7-11 χρόνων που είναι πλημμελώς εμβολιασμένα για κοκκύτη μπορούν να λάβουν το Τdap, ενώ θα πρέπει να γίνεται εμβολιασμός και των επαγγελματιών υγείας με αυτό. Συνιστάται ο εμβολιασμός και για τις εγκυμονούσες. Αν αυτές δεν είναι ήδη εμβολιασμένες οφείλουν να εμβολιασθούν από την 20η έως την 36η εβδομάδα κύησης ή αμέσως μετά τον τοκετό. Ο εμβολιασμός της εγκύου με Tdap φαίνεται ότι προστατεύει το νεογνό από κοκκύτη μέσω μεταφοράς αντισωμάτων έως ότου φθάσει σε ηλικία εμβολιασμού το ίδιο.

Γιατί αυξάνονται τα κρούσματα
Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί αύξηση κρουσμάτων κοκκύτη σε χώρες με προηγουμένως χαμηλή επίπτωση της νόσου και υψηλή εμβολιαστική κάλυψη (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, μερικές χώρες της Ευρώπης), ειδικά μετά την χρήση του ακκυταρικού εμβολίου (2005). Σε πολλές περιοχές των ΗΠΑ, τα κρούσματα κοκκύτη το 2012 ήταν αυξημένα σε σχέση με το 2011 έως και κατά 40%. Η αύξηση των κρουσμάτων οφείλεται στην σταδιακή μείωση της ανοσίας, στην όχι καλή αποτελεσματικότητα των εμβολίων, στην αυξημένη αναγνώριση και δήλωση κρουσμάτων, στις νέες διαγνωστικές δοκιμασίες (PCR- ευαισθησία 80-100%), στα ανθεκτικά στο τρέχον εμβόλιο στελέχη, καθώς και στην μη καλή στρατηγική εμβολιασμού( αντιεμβολιαστικό κίνημα).

 

Αναπληρώτρια Διευθύντρια Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής

Ιούνιος 2015

  • Share This