Χοληστερίνη. Ο σιωπηλός δολοφόνος των αρτηριών μας

Αρχική / Άρθρα / Ευρωκλινική Αθηνών / Καρδιολογία / Χοληστερίνη. Ο σιωπηλός δολοφόνος των αρτηριών μας
logo-group-greek

Χοληστερίνη. Ο σιωπηλός δολοφόνος των αρτηριών μας

Η μεταβολή του τρόπου ζωής μας τις τελευταίες δεκαετίες, που υιοθέτησε όλα τα αρνητικά του δυτικού τρόπου ζωής αποφεύγοντας τα θετικά πρότυπά του, τείνει να αφοπλίσει τον ελληνικό πληθυσμό από τα εγγενή πλεονεκτικά χαρακτηριστικά του όπως είναι η μεσογειακού τύπου διατροφή. Οι ανησυχητικές επιπτώσεις του γεγονότος τούτου απεικονίζονται στη δραματική αύξηση της συχνότητας του σακχαρώδη διαβήτη, της παχυσαρκίας, της υπέρτασης και της υπερχοληστεριναιμίας, ενώ το κάπνισμα συνεχίζει να βρίσκεται σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα.

Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων πρώτων ετών του «Μήνα Ελέγχου Χοληστερόλης», εξετάστηκαν περισσότερα από 45.000 άτομα σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και σε διάφορες επαρχιακές πόλεις και τα αποτελέσματα ήταν αρκετά ανησυχητικά για το μέλλον των καρδιαγγειακών συμβαμάτων στον ελλαδικό χώρο.

Περίπου οι μισοί ενήλικοι εξετασθέντες παρουσίαζαν αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης (πάνω από 190 mg/dl). Εξ αυτών το 50% δεν γνώριζε ότι είχε υψηλή χοληστερόλη. Εξ όσων το γνώριζαν, ένας στους τρεις δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Όσον αφορά στο κάπνισμα, τα αποτελέσματα ήταν εξίσου ανησυχητικά. Στο σύνολο του δείγματος, ένας στους τρεις Έλληνες δήλωσε καπνιστής, ενώ σε ηλικίες κάτω των 50 ένας στους δύο. Επιπλέον αξίζει να σημειωθεί πως το 94% των εμφραγμάτων στην Ελλάδα παρατηρείται σε καπνιστές κάτω των 50 ετών. Ακόμη, το 25% των εξετασθέντων ήταν υπερτασικοί, το 9% διαβητικοί, το 42% υπέρβαροι, ενώ το 58% δήλωσε ότι διάγει καθιστική ζωή.

Σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία στον ελληνικό πληθυσμό παρατηρείται ένα ιδιαίτερα υψηλό προφίλ καρδιαγγειακού κινδύνου, το οποίο εξηγεί και το γεγονός πως η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα του δυτικού κόσμου όπου οι θάνατοι καρδιαγγειακής αιτιολογίας δεν παρουσιάζουν μείωση τα τελευταία 20 χρόνια, αλλά αντίθετα αυξάνονται ή, στην καλύτερη χρονιά, παραμένουν σταθεροί. Στο φαινόμενο αυτό συντελεί και η κακή επικοινωνία ιατρικού κόσμου και κοινού. Όταν τα 35.000 άτομα που εξετάστηκαν ρωτήθηκαν ποιον θεωρούν ως το σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου, ο καθένας έβλεπε το πρόβλημα της στεφανιαίας νόσου να οφείλεται στους παράγοντες κινδύνου που δεν τον αφορούσαν. Έτσι, οι καπνιστές δήλωναν το άγχος ως πρώτη αιτία, οι διαβητικοί το κάπνισμα, οι παχύσαρκοι το οικογενειακό ιστορικό κ.τ.λ. Την πρώτη θέση των απαντήσεων κατείχε το άγχος με 33% και με μεγάλη διαφορά από τη δεύτερη και τρίτη θέση, τις οποίες μοιράζονται τα αυξημένα επίπεδα χοληστερίνης και το κάπνισμα με 15%.

Η μεγαλύτερη απειλή

Η δυσλιπιδαιμία και ειδικότερα η υπερχοληστεριναιμία θεωρείται μια από τις κυριότερες αιτίες εμφάνισης αρτηριοσκλήρυνσης και καρδιαγγειακής νόσου. Στη μελέτη «Interheart» που έγινε ταυτόχρονα σε όλες τις ηπείρους του κόσμου, φάνηκε πως η δυσλιπιδαιμία ευθύνεται για το 50% των εμφραγμάτων παγκοσμίως και αποτελεί την κυριότερη αιτία εμφάνισης στεφανιαίας νόσου.

Υπάρχουν διάφοροι τύποι δυσλιπιδαιμίας, με συνηθέστερο αυτόν όπου είναι αυξημένες η ολική χοληστερίνη και η LDL. Αυτό αποτελεί και τον κύριο στόχο της φαρμακευτικής αγωγής σήμερα. Συνεχώς αυξανόμενη είναι η επίπτωση του τύπου του μεταβολικού συνδρόμου (δηλαδή κοιλιακή παχυσαρκία, με χαμηλή – 150 mg/dl τα τριγλυκερίδια). Υπάρχουν ακόμη και μεμονωμένες μορφές, με παθολογική μόνο την HDL χοληστερίνη ή ιδιαίτερα αυξημένα μόνο τα τριγλυκερίδια.

Η χοληστερίνη λαμβάνεται με την τροφή, όμως παράγεται και στον οργανισμό, σε αναλογία 1 προς 2 περίπου. Η αυξημένη πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών οξέων, που βρίσκονται κυρίως σε ζωικά λίπη, όπως στο κόκκινο κρέας και στα λιπαρά τυριά, καθώς και η παχυσαρκία, είναι συχνά αιτία της υπερχοληστεριναιμίας.

Δυστυχώς η σημασία της υψηλής χοληστερίνης είναι ιδιαίτερα μεγάλη στις νεότερες ηλικιακές ομάδες 30-60 ετών και σταδιακά υποχωρεί, για να δώσει την πρώτη θέση ως παράγοντας κινδύνου στην υπέρταση. Στην Ελλάδα τα τελευταία 20 έτη η στεφανιαία νόσος αποτελεί σταθερά την πρώτη αιτία θανάτου με σταθερή διαφορά από τη δεύτερη, που είναι τα νεοπλάσματα. Το 2001 στην Ελλάδα είχαμε 19.500 θανάτους από στεφανιαία νόσο, δηλαδή περίπου όσο ο πληθυσμός της Καλύμνου.

Ανάλυση πολλών μελετών έδειξε ότι κάθε μείωση 10% της ολικής χοληστερίνης οδηγεί σε 22% μείωση της εμφάνισης στεφανιαίας νόσου μέσα σε 2 – 5 έτη και σε μείωση κατά 25% μετά τα 5 έτη. Η παρέμβαση χρειαζόταν να έχει διάρκεια τουλάχιστον δύο ετών για να επιφέρει σημαντικό κλινικό όφελος. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί μία περιστασιακή δίαιτα ή χρήση φαρμάκων η οποία θα βελτιώσει τις τιμές χοληστερίνης εάν αυτή δεν έχει διάρκεια. Και η διάρκεια αυτή είναι συνήθως εφ’ όρου ζωής ή τουλάχιστον για πολλές δεκαετίες.

Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι μόνο η μόνιμη και συστηματική αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας επιφέρει αποτελέσματα (τα οποία πολλές φορές είναι εντυπωσιακά) στη μείωση των εμφραγμάτων και των λοιπών μορφών στεφανιαίας καρδιοπάθειας.

Απαραίτητος έλεγχος

Σύμφωνα με την Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία κάθε ενήλικος άνω των 20 ετών πρέπει να ελέγχεται τουλάχιστον ανά πενταετία για τα λιπίδιά του (Ολική Χοληστερίνη, HDL, LDL, Τριγλυκερίδια). Εάν όμως τα επίπεδα δεν είναι ικανοποιητικά, ο έλεγχος αυτός θα πρέπει να είναι συχνότερος ανάλογα με τον συνολικό κίνδυνο που διατρέχει (π.χ. ηλικία, κάπνισμα, υπέρταση κ.τ.λ.).

Εάν βρεθούν παθολογικές τιμές χοληστερόλης οι οποίες απαιτούν φαρμακευτική ή υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση, ο επανέλεγχος γίνεται ανάλογα με το προσδοκώμενο όφελος του ιατρού (στα φάρμακα στους δύο μήνες και έπειτα από 6 μήνες, στη δίαιτα μετά από έξι μήνες κ.τ.λ.). Μια εντυπωσιακή εξέλιξη των τελευταίων ετών αποτελούν οι συνεχώς χαμηλότερες τιμές που τίθενται ως στόχος για την κακή χοληστερίνη. Πριν από 20 χρόνια τα επιθυμητά όρια ήταν χαμηλότερα από 160 mg/dl, ενώ οι τελευταίες οδηγίες θέτουν τον στόχο σε ασθενείς υψηλού κινδύνου<70 mg/dl. Πολλοί ασθενείς αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν μια «φυσιολογική και συνηθισμένη κατάσταση», δηλαδή επίπεδα χοληστερίνης 200 mg/dl και LDL 130 mg/dl να είναι βλαβερή για τον οργανισμό. Η απάντηση είναι ότι η έννοια του φυσιολογικού σχετίζεται με τη μέση τιμή μιας εξέτασης στο σύνολο του πληθυσμού. Στην επαρχιακή Κίνα ο μέσος όρος ολικής χοληστερίνης είναι 115 mg/dl, στην αστική Κίνα 135 mg/dl και στη Δυτική Ευρώπη 210 mg/dl. Με βάση τους Κινέζους δηλαδή, η συντριπτική πλειονότητα των Δυτικών έχει παθολογικά επίπεδα χοληστερίνης.

Αλλαγές στον τρόπο ζωής

Ο οργανισμός μας δεν έγινε ξαφνικά αυτοκαταστροφικός, αλλά απλώς στον δυτικό κόσμο άλλαξε το περιβάλλον γύρω του πάρα πολύ γρήγορα και αυτός δεν καταφέρνει να προσαρμοστεί. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ανθρώπινο είδος εξελίσσεται εδώ και εκατομμύρια χρόνια και σε όλες σχεδόν τις εποχές το χαρακτηριστικό του τρόπου ζωής ήταν η λίγη τροφή και η άσκηση. Ελλείψει αυτοκινήτων οι άνθρωποι περπατούσαν κάθε μέρα χιλιόμετρα για να μετακινηθούν και η τροφή ήταν ένα αγαθό που δεν ανευρισκόταν υποχρεωτικά κάθε μέρα, όταν υπήρχε, οπότε προσπαθούσαν όλοι να αποθηκεύσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ποσότητες λίπους τρώγοντας όσο περισσότερο μπορούσαν, ώστε να διατηρηθούν υγιείς μέχρι την επόμενη φορά που θα έτρωγαν.

Μετά τη βιομηχανική επανάσταση, όμως, το σκηνικό αλλάζει δραματικά. Τα αυτοκίνητα με μηδενική προσπάθεια καλύπτουν τις αποστάσεις και σήμερα πολλοί ακόμη και για 100 μέτρα χρησιμοποιούν το αυτοκίνητο αντί να περπατήσουν. Το φαγητό είναι στον δυτικό κόσμο ένα είδος εν αφθονία και ειδικά το κακής ποιότητας φαγητό είναι και φθηνό και εύκολα προσβάσιμο σε όλους. Αυτή η τρομακτική αλλαγή των τελευταίων 100-150 χρόνων ανέτρεψε τα περιβαλλοντικά δεδομένα χιλιετιών και τα γονίδιά μας αδυνατούν να ανταποκριθούν σε αυτά. Συνεχίζουν να αποθηκεύουν αμέσως λίπος διότι έχουν μάθει ότι θα χρειαστεί τις επόμενες ημέρες για τη σωματική άσκηση, αλλά δυστυχώς σήμερα η άσκηση δεν έρχεται ποτέ και έρχεται μόνο η επόμενη μερίδα φαγητού.

Το πραγματικά εντυπωσιακό είναι ότι όσο η χοληστερίνη πέφτει κάτω από τα επίπεδα των 200 mg/dl, τόσο μειώνεται και η θνησιμότητα από στεφανιαία νόσο σε όλες τις ομάδες κινδύνου.
Δεν είναι δυνατόν να γυρίσουμε πίσω την εξέλιξη και να ζούμε σαν τον άνθρωπο των σπηλαίων, αλλά θα έπρεπε να προσπαθούμε να διατηρήσουμε τα καλά της παλαιότερης ζωής μας σε συνδυασμό με τα οφέλη της τεχνολογίας.

Διευθυντής Β’ Καρδιολογικής Κλινικής, Ευρωκλινική Αθηνών

  • Share This