Καρδιακή ανεπάρκεια

Home / Άρθρα / Ευρωκλινική Αθηνών / Καρδιακή ανεπάρκεια

Η καρδιακή ανεπάρκεια είναι η νοσολογική οντότητα κατά την οποία η καρδιά αδυνατεί να εκπληρώσει τον ρόλο της επαρκώς και να διατηρήσει ικανοποιητική παροχή αίματος προς τα διάφορα όργανα του σώματος, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η απαραίτητη οξυγόνωση και ο μεταβολισμός αυτών. Στην περίπτωση αυτή ο ασθενής βιώνει ένα σύνολο συμπτωμάτων και τότε λέμε ότι έχει καρδιακή ανεπάρκεια. Κατά την έννοια αυτή, η καρδιακή ανεπάρκεια δεν είναι μια αυστηρά συγκεκριμμένη νόσος, αλλά αντιθέτως πολλά νοσήματα μπορούν να προκαλέσουν βλάβες στην καρδιά και να οδηγήσουν σε καρδιακή ανεπάρκεια, όπως η στεφανιαία νόσος, το έμφραγμα του μυοκαρδίου, ο σάκχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση, οι σημαντικού βαθμού βαλβιδοπάθειες, οι συγγενείς καρδιοπάθειες, οι μυοκαρδίτιδες, η διατατική μυοκαρδιοπάθεια, κ.α.

Η διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας βασίζεται κατά πρώτον, στο ιστορικό και στα συμπτώματα τα οποία μεταφέρει ο ασθενής στον γιατρό και κατά δεύτερον, στα ευρήματα από την κλινική εξέταση του γιατρού.

Τα βασικά συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας είναι δύο:

Α) μειωμένη ανοχή στην κόπωση, είτε λόγω δύσπνοιας (επειδή το αίμα λιμνάζει στους πνεύμονες), είτε καταβολής και αδυναμίας (επειδή η οξυγόνωση των μυών είναι ανεπαρκής). Η δύσπνοια μπορεί να προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της ορθόπνοιας, δηλαδή αδυναμία του ασθενούς να ξαπλώσει και ανακούφισή του όταν ανασηκώνεται και κάθεται.

Β)  υπερφόρτωση σε υγρά και συλλογή νερού στα κάτω άκρα με σχηματισμό οιδημάτων ή στην κοιλιά με σχηματισμό ασκίτη.

Άλλα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας αφορούν γαστρεντερικά ενοχλήματα και συμπτώματα από τον εγκέφαλο, όπως ζάλη και αδυναμία συγκέντρωσης. Χρακτηριστικό επίσης σύμπτωμα της καρδιακής ανεπάρκειας αποτελεί και η καρδιακή καχεξία κατά την οποία υπάρχει ανορεξία, απίσχνανση και απώλεια βάρους, γεγονός που αποτελεί κακό προγνωστικό σημείο με υψηλή θνητότητα.

Με την κλινική εξέταση ο γιατρός θα υποψιασθεί την παρουσία καρδιακής ανεπάρκειας. Το ηλεκτροκαρδιογράφημα μπορεί να συμβάλλει στην διάγνωση, μολονότι πολλές φορές είναι σχεδόν φυσιολογικό. Η κατάδειξη, όμως,

στο ηλεκτροκαρδιογράφημα αποκλεισμού του αριστερού σκέλους (LBBB) ή αρρυθμίας των κόλπων (κολπική μαρμαρυγή) ασφαλώς μπορούν να βοηθήσουν στην διάγνωση, την αιτιολογία και την πρόβλεψη της πρόγνωσης της καρδιακής ανεπάρκειας. Η ακτινογραφία θώρακος μπορεί να αποκαλύψει μια διατεταμένη καρδιά ή την παρουσία υγρού στους πνεύμονες ή/και πνευμονικό οίδημα. Ο προσδιορισμός στο αίμα ενός νατριουρητικού πεπτιδίου του BNP μπορεί να βοηθήσει στην διάγνωση και την αιτιολογία μιας δύσπνοιας, αν δηλαδή είναι καρδιακής ή αναπνευστικής αρχής. Τιμές BNP<35pg/ml αποκλείουν την παρουσία καρδιακής ανεπάρκειας. Αν η κλινική εξέταση, το ηλεκτροκαρδιογράφημα, η ακτινογραφία θώρακος και οι τιμές του BNP είναι φυσιολογικά και δεν εγείρουν την υποψία καρδιακής ανεπάρκειας, καμιά επιπλέον εξέταση δεν απαιτείται.

Αν όμως οι πρώτες αυτές εξετάσεις είναι παθολογικές, τότε πρέπει να γίνει ηχοκαρδιογραφική μελέτη καρδιάς κατά την οποία θα μετρηθούν όλες οι κοιλότητες της καρδιάς και θα αξιολογηθεί η λειτουργικότητά της και το κλάσμα εξωθήσεως, ενώ πολλές αιμοδυναμικές παράμετροι μπορούν να μετρηθούν έμμεσα, χωρίς καρδιακό καθετηριασμό. Το υπερηχογράφημα καρδιάς σήμερα αποτελεί το «στηθοσκόπιο» του 21ου αιώνα και αποκαλύπτει την αιτιολογία της νόσου και την  ανταπόκριση στην φαρμακευτική αγωγή.

 

Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει επίσης να εξετάζονται με στεφανιογραφία με στόχο την κατάδειξη στενωμένων στεφανιαίων αγγείων και την προοπτική της επαναιμάτωσης είτε με αγγειοπλαστική είτε με αορτοστεφανιαία παράκαμψη (by pass). Μάλιστα, μπορεί να γίνει  stress echo για έλεγχο παρουσίας  βιωσιμότητας ή/και ισχαιμίας στην καρδιά, καθότι η παρουσία τους επιδεινώνει την κατάσταση και επηρεάζει αρνητικά την πρόγνωση, αν δεν γίνει επέμβαση επαναιμάτωσης.

Η απλή βάδιση επί 6 λεπτά σε επίπεδο διάδρομο ή κοιλιόμενο τάπητα καθορίζει το επίπεδο της λειτουργικής κατάστασης του ασθενούς και την πρόγνωση αυτού: βάδιση >300 μέτρα  σημαίνει πως όλα είναι καλά. Επίπροσθέτως, διενεργείται και η καρδιοαναπνευστική δοκιμασία κόπωσης, όπως ακριβώς η κλασική δοκιμασία κόπωσης σε κοιλιόμενο τάπητα, με την διαφορά ότι ο ασθενής αναπνέει μέσα από μια μάσκα όυτως ώστε να μετράται και να καταγράφεται το καταναλισκόμενο οξυγόνο. Αν η μέγιστη κατανάλωση αυτού είναι >20 ml/kgr/min το στάδιο της νόσου και η πρόγνωση είναι πολύ καλά.

Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και συμπτωματολογία ζάλης ή απώλειας των αισθήσεων θα πρέπει να εξετάζονται με  Holter 24ωρης καταγραφής του ρυθμού για παρουσία κοιλιακών ταχυκαρδιών και εν ανάγκη να υποβάλλονται σε ηλεκτροφυσιολογική μελέτη με στόχο την κατάδειξη της ανάγκης εμφύτευσης απινιδιστή, η οποία βελτιώνει σημαντικά την επιβίωση. Παλαιότερα γινόταν έλεγχος με ειδικές υπερηχογραφικές τεχνικές για παρουσία κοιλιακού δυσυγχρονισμού-σήμερα φθάνει μόνο το ΗΚΓ- δηλαδή καθυστέρησης σύσπασης μεταξύ των τοιχωμάτων της καρδιάς  και διερεύνηση ένδειξης  για εμφύτευση αμφικοιλιακού βηματοδότη, όπου βηματοδοτούνται  ταυτόχρονα  η αριστερή και η δεξιά κοιλία, γεγονός το οποίο βελτιώνει τόσο τα συμπτώματα όσο και την επιβίωση.

Τέλος, οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να εξετάζονται σε τακτά διαστήματα με βιοχημικές αναλύσεις ούτως ώστε να ελέγχεται ο αιματοκρίτης και ο σίδηρος-φεριττίνη (η αναιμία επιδεινώνει την καρδιακή ανεπάρκεια), το κάλιο (η υποκαλιαιμία  ευοδώνει τον αιφνίδιο θάνατο, ενώ η υπερκαλιαιμία δεικνύει νεφρική δυσπραγία), το νάτριο (η υπονατραιμία δεικνύει υπερφόρτωση σε υγρά ή/και  επιδείνωση της νόσου), η ουρία και η κρεατινίνη (έλεγχος νεφρικής λειτουργίας), οι τρανσαμινάσες (έλεγχος ηπατικής λειτουργίας), το σάκχαρο και οι θυρεοειδικές ορμόνες.

Ηλίας Καραμπίνος

Διευθυντής Καρδιολόγος, Ευρωκλινική Αθηνών

 

 

 

  • Share This